«Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας».

Σε λίγες ημέρες κυκλοφορεί ένα νέο λεύκωμα 200 σελίδων αφιερωμένο σε 60 χρόνια ζωής των καλλιτεχνών στην Επίδαυρο, μέσ’ από ιστορίες που έμειναν αξέχαστες στην αυλή του «Λεωνίδα». Τίτλος του: «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας». Πρόκειται για έκδοση των εκπαιδευτηρίων Ελληνογερμανική Αγωγή, την οποία επιμελείται ο δημοσιογράφος Φώτης Απέργης, ενώ προλογίζει η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη. Τo λεύκωμα διατίθεται από την Ελληνογερμανική Αγωγή χωρίς χρέωση, σε περιορισμένο αριθμό, σε έντυπη μορφή. Θα είναι επίσης διαθέσιμο διαδικτυακά στη διεύθυνση www.ea.gr. Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει ένα απόσπασμα από την αφήγηση του Διονύση Φωτόπουλου, την οποία έγραψε ειδικά για το λεύκωμα της Ελληνογερμανικής Αγωγής. Το epidadvrosnews.com εξασφάλισε ένα από τα πρώτα αντίτυπα και θα σας κρατήσει ενήμερους με αποκλειστικό υλικό.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Ημουν ακόμη μαθητής στην τελευταία τάξη του γυμνασίου. Αγαπούσα τη ζωγραφική και λάτρευα την όπερα. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να φανταστώ μεγαλύτερη τύχη από το να είμαι βοηθός του Αντώνη Φωκά, αλλά και του Γιάννη Τσαρούχη, που ήταν μάλιστα και δάσκαλός μου, στις παραστάσεις που θα έδινε η Μαρία Κάλλας το 1960 στην Επίδαυρο. O ερχομός της με είχε συνεπάρει, όπως όλους. Το κοινό αδημονούσε και αυτό ενέτεινε το άγχος μας για την παράσταση.

Αναστατωμένοι τρέχαμε με τον Φωκά στο Αργος, για να βρούμε βαφείο, να βάψουμε το κουστούμι της Νόρμα, έτσι που να ταιριάζει με την περούκα που η ντίβα είχε φέρει μαζί της. Μα όταν τελικά φέραμε βαμμένο το φουστάνι, η Κάλλας του είπε χαμογελαστή: «Γιατί βρε Αντωνάκη μου έκανες όλον αυτόν τον κόπο; Τελικά άλλαξα περούκα».

Χρειαζόταν όμως κι ένα σπαθάκι η ηρωίδα του Μπελίνι. Ψάξαμε και βρήκαμε άριστους τεχνίτες και ύστερα το ισοβάρισα σωστά, γιατί η Κάλλας ήθελε να το πετά και να καρφώνεται στο έδαφος. «Τι ωραίο μαχαίρι», είπε, όταν της το έφερα. «Μπράβο Διονυσάκη!». Και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Οταν το πέταξε, μάλιστα, στην πρόβα, το σπαθάκι καρφώθηκε με την πρώτη κάνοντας ένα ντιννν! Νιώσαμε περήφανοι, μα η Κάλλας είπε με απογοήτευση: «Non posso». Ο Φωκάς με κοίταξε απορημένος. Του εξήγησα ότι το σπαθάκι δίνει λάθος τόνο και την εμποδίζει να ξεκινήσει την άρια. Κουρασμένος, τότε, καθώς ήταν, αναφώνησε: «Νον πόσι και μη σώσει!».


Σε αυτή τη γωνιά, ο Αλέξης Μινωτής απολάμβανε επί χρόνια τα εδέσματα της Κάκιας, της συζύγου του Λεωνίδα Λιακόπουλου.

Με όλες τις αναποδιές της αναβολής λόγω της νεροποντής, η παράσταση της «Νόρμα» ήταν τελικά ακόμα ένας θρίαμβος για κείνη, όπως εξάλλου και η παράσταση της «Μήδειας», το 1961. (…) Εκείνη τη μοναδική εποχή γνώρισα τον Λεωνίδα, παλικαράκι ακόμα. Και την Κακιούλα, μια δυναμική κοπέλα γεμάτη από ζωή. Το μαγαζί τους ήταν ακόμα μικρό, πολύ απλό, με σανίδες στο παλιό του πάτωμα. Αρχισα να τους συναντώ πιο τακτικά, γύρω στο 1968 με ’70. Ο «Λεωνίδας» λειτουργούσε ήδη ως φυσική προέκταση του θεάτρου, αναπόσπαστο μέρος της ζωής του φεστιβάλ. Η Κάκια μαγείρευε φαγητά για όλα τα γούστα, φαγητά με μια ανθρώπινη, μαμαδίστικη ποιότητα. Ο Λεωνίδας, με αυτό το μυστηριώδες, σαρδόνιο χαμόγελό του, επιτηρούσε, σχολιάζοντας μέσα του τα πάντα. Ηταν ο καλοσυνάτος κατάσκοπος του μαγαζιού και μαζί τα προγραμμάτιζαν όλα.

Οι Λιακόπουλοι γνώριζαν τι έπρεπε να αποφεύγει για την υγεία του ο Τσαρούχης, διάλεγαν τις ελίτσες που άρεσαν στον Μινωτή και έκαναν ότι δεν βλέπουν, όταν εκείνος πετούσε τα κουκούτσια στο δάπεδο, που ήταν πια μωσαϊκό. Την ίδια έγνοια, όμως, είχαν και για το τι θα φάνε όλα τα παιδιά, οι νεαροί ηθοποιοί, και αν πήγε καλά η πρόβα τους. Το αγαπημένο μου πιάτο ήταν το κριθαράκι. Ομως, όταν απέκτησα το πρώτο μου σπίτι στην Παλιά Επίδαυρο, η Κάκια μού έστελνε και κατσαρόλες με καταπληκτικές φασολάδες, που κρατούσαν μέρες. Τότε έφτανες εκεί με χωματόδρομο που είχε τόσες πέτρες και λακκούβες, ώστε το αυτοκίνητο χοροπηδούσε. Οταν κάποτε με επισκέφθηκε ο Οδυσσέας Ελύτης, που υπέφερε από τη μέση του, κατέβηκε και ήρθε με τα πόδια, με το αυτοκίνητο να τον ακολουθεί αργά σα νεκροφόρα.    

Ο Κουν καθόταν πάντα στην απέναντι πλευρά από το τραπέζι του Μινωτή στου «Λεωνίδα». Δεν ήταν εύκολη η καλλιτεχνική συνύπαρξή τους. Κάθε τόσο, ο άρχοντας του Εθνικού διαμαρτυρόταν που επέμενα να συνεργάζομαι και με τον δάσκαλο του Υπογείου. Μια φορά, μάλιστα, με επισκέφθηκε στο σπίτι μου στην Αθήνα, την ώρα που, συμπτωματικά, βρισκόταν εκεί και ο Κουν για να συζητήσουμε την επόμενη παράστασή του. Μόλις άνοιξα την πόρτα και ο Μινωτής τον είδε χωμένο στον καναπέ, ανάμεσα στα βιβλία του, κοκάλωσε για μια στιγμή. Αλλά αμέσως μετά, επιστράτευσε όλη την ευγένειά του: «Κάρολέ μου, τι κάνεις;». Ανοιξε την αγκαλιά του, ο Κουν ανταποκρίθηκε με ετοιμότητα και άρχισαν να κουβεντιάζουν σαν παλιοί φίλοι αγνοώντας την παρουσία μου. (…)

Στην Επίδαυρο, πάντως, Ροντήρης, Μινωτής και Κουν δεν συναντιόνταν. Καθένας ξεχωριστά θα περνούσε από του «Λεωνίδα», αλλά ποτέ δεν συνυπήρχαν. Συνυπήρχαν, όμως, όλοι οι άλλοι, όλες τις ώρες. Τη νύχτα, μάλιστα, κάποιος ηθοποιός μπορεί να αποκοιμιόταν και να ξέμενε σε μια καρέκλα. Η οικογένεια, άλλωστε, κοιμόταν στο σπίτι, στον πάνω όροφο του μαγαζιού με βάρδιες, ώστε πάντα να μπορεί κάποιος να πεταχτεί, να μαγειρέψει, να βοηθήσει, να εξυπηρετήσει. Μαζί και τα βλαστάρια τους. Από μικρά παιδιά, ο Νίκος και ο Γιώργος παρακολουθούσαν τις πρόβες και φρόντιζαν με πηγαίο ενδιαφέρον να ρωτούν και να μαθαίνουν. (…)


Τo λεύκωμα διατίθεται από την Ελληνογερμανική Αγωγή χωρίς χρέωση, σε περιορισμένο αριθμό, σε έντυπη μορφή.

Παλιά, ηθοποιοί, συντελεστές και τεχνικοί ξημερώναμε στο θέατρο. Οσο λειτουργούσε το «Ξενία», δίπλα στο μνημείο, μπορούσαμε λίγο να ξεκουραζόμαστε. Εκεί έμεναν ο Μινωτής, η Παξινού, ο Κουν, ο Χατζιδάκις. Αριστουργηματικά δεμένο με το περιβάλλον, το αρχιτεκτόνημα του Αρη Κωνσταντινίδη ξέπεσε αργότερα, εξαιτίας των αρχαιολόγων, σε γραφεία και αποθήκες. Στείλαμε τότε επιστολές, αλλά τίποτα δεν έγινε – μας αγνόησαν.

Ετσι, όσο διαρκούσαν οι πρόβες, ξενυχτούσαμε στο θέατρο τυλιγμένοι σε κουβέρτες. Κατάκοποι, ζήσαμε νύχτες μαγικές, ακούγοντας τη φωνή του γκιώνη. Βλέποντας να σκάει το χάραμα, αφού είχαμε γνωρίσει όλες τις σαύρες και τα φιδάκια της περιοχής, νιώθαμε τα βήματα και τις μνήμες όλων των θρυλικών ανθρώπων του θεάτρου που είχαν περάσει από εκεί. 

Πολλές φορές, χρησιμοποιούσα και τα δάση της Επιδαύρου για κουστούμια και σκηνικά. Εχω κάνει μάσκες με ξύλα, με σαπισμένα δέρματα, με φύλλα, με ό,τι παίζεται στα χέρια και μπορεί ένας πρωτόγονος άνθρωπος να αξιοποιήσει. Πίστευα ότι ήταν δυνατόν να γίνει μια κοινωνία θεατρική η οποία να εκφράζεται περισσότερο με ό,τι γεννά η φύση, με ό,τι βρίσκεται δίπλα μας. Αλλωστε, πάντα, ό,τι και αν έχεις στήσει στην Αθήνα, στην Επίδαυρο μοιάζει διαφορετικό. Οι σχέσεις αλλάζουν, πρέπει να ξαναστήσεις την παράσταση σκηνικά, φωτιστικά, φωνητικά και μουσικά. Το πιο σημαντικό είναι να ανταποκρίνεται αυτό που ετοιμάζεις σε αυτά που λέει ο συγγραφέας και θέλει να εκφράσει ο σκηνοθέτης. Να βρίσκεται, δηλαδή, η ψυχή του έργου στη σκηνή. Και αυτός ο προβληματισμός δεν τελειώνει με την πρόβα, συνεχίζεται μ’ ένα ποτήρι κρασί στον «Λεωνίδα». (…)


Η Επίδαυρος μιας άλλης εποχής. Κοσμοσυρροή στη δεύτερη και τελευταία παράσταση της «Αντιγόνης», που παρουσιάστηκε στις 30 Ιουνίου και 8 Ιουλίου 1956, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, με την Αννα Συνοδινού (Αντιγόνη) και τον Θάνο Κωτσόπουλο (Κρέων). Ο κόσμος ήταν τόσος που σκαρφάλωσε έως την πλαγιά πίσω από το θέατρο.

Πλάι στα σκαλοπάτια που οδηγούν στην πάνω αυλή: εκεί διάλεξα τη δική μου θέση στην ταβέρνα. Ηθελα να έχω γενική εποπτεία. Να βρίσκομαι  κοντά στην κουζίνα και να μπορώ, αν χρειαστεί, να πω μια κουβέντα με την Κάκια, αν και πάντα γνωρίζει ποιες μερίδες μού αρέσουν. Συνεχίζει, μάλιστα, να μού στέλνει κάθε χρόνο ένα μπουκάλι λάδι και ωραίο γλυκό κυδώνι. Τη μαγειρική της την έχουν απολαύσει και ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, ο Μπομπ Ουίλσον, ο Πέτερ Στάιν, ο Λούκα Ρονκόνι, ο Κέβιν Σπέισι, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ και πολλοί άλλοι με τους οποίους συμφάγαμε όλα τα χρόνια στο  τραπέζι αυτό. Δεν θα ξεχάσω μια βραδιά με τον Μινωτή και τον Πίτερ Χολ με τη γυναίκα του. Μέσα στη θέρμη της οινοποσίας, ο Μινωτής άρχισε να φλερτάρει μάλλον έντονα την κυρία Χολ, η οποία με πολλή αμηχανία το εκμυστηρεύτηκε στον σύζυγό της. Τότε εκείνος της απάντησε: «Σε παρακαλώ, κάνε ότι δεν καταλαβαίνεις. Είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός. Και, επίσης, πάρα πολλά χρόνια ηθοποιός…».

Ομως, ούτε τα αστεία και οι φάρσες λείπουν από τον «Λεωνίδα». Ενα βράδυ τρώγαμε με τη Μελίνα και τον Τζόρτζιο Αρμάνι. Μόλις τον είδε ο Κωνσταντίνος Τζούμας, που καθόταν σε διπλανό τραπέζι με δική του παρέα, πήρε μια λευκή πετσέτα, τη δίπλωσε στο χέρι του σαν σερβιτόρος, στάθηκε μπροστά στον διάσημο σχεδιαστή και του είπε με επισημότητα: «Μήπως θα θέλατε να παραγγείλετε κάτι ακόμα;». Γελώντας εξήγησα στον Αρμάνι ότι πρόκειται για έναν πολύ καλό ηθοποιό, που μάλλον ήθελε να τον γνωρίσει.

Μία από τις μεγάλες μου χαρές παραμένει να φιλοξενώ Ελληνες και ξένους φίλους που ασχολούνται με το θέατρο και να τους πηγαίνω να γευθούν ελληνικά φαγητά στου «Λεωνίδα», αλλά και στον Λευτέρη και τον Νίκο στην Παλιά Επίδαυρο. Οσο ζούσε, μάλιστα, ο δάσκαλός μου Γιάννης Μόραλης, πεταγόμουν με το σκαφάκι του φίλου μου Βασίλη έως την Αίγινα, για να πιούμε καφέ και να τα πούμε. Πολλές φορές, με συνοδεία δελφινιών. Καμιά φορά έφταναν κοντά στα βράχια, μπορούσαμε να τα δούμε από τη βεράντα του σπιτιού μου. Και ίσως, τότε, απολάμβαναν και αυτά τον ήχο του πιάνου του Βλαντιμίρ Ασκενάζι, που έμενε ακόμα στο διπλανό σπίτι.

Στο πέρασμα των δεκαετιών, η ζωή άλλαξε και στην Επίδαυρο. Εγινε πιο απρόσωπη. Οταν ξεκίνησε το φεστιβάλ, στη δεκαετία του ’50, η υπεύθυνη του χορού περνούσε ακόμα από τα σπίτια του Λυγουριού για να ελέγξει αν τα κορίτσια του Εθνικού κοιμούνται. Ξεκινούσαμε το μακρύ ταξίδι για το θέατρο με σαραβαλάκια, δημιουργούσαμε και ζούσαμε μαζί. Σήμερα, όλοι έχουν τα δικά τους αυτοκίνητα και σκορπίζονται στην Παλιά Επίδαυρο ή και στο Ναύπλιο. Δεν υπάρχει πια το κλίμα μιας κλειστής ομάδας. Ακόμα και εκείνοι που νομίζουν ότι μένουν ίδιοι, άλλαξαν χωρίς να το αντιληφθούν. Το θέμα είναι πώς μπορούμε να προασπίσουμε ό,τι καλό από το παρελθόν, και συγχρόνως να θυμόμαστε ότι ζούμε σε έναν σύγχρονο κόσμο, που παρακολουθεί με διαφορετικό ρυθμό τα πράγματα.

Σ’ αυτή τη δύσκολη και ωραία προσπάθεια, μας λείπει ο Λεωνίδας. Νομίζει κανείς ότι έκανε ελάχιστα, όμως έκανε πολλά στην καθημερινότητα του μαγαζιού. Εκείνος όριζε το ήθος του. Ηταν πολύ αγαπησιάρης. Με διακριτικότητα πρόσεχε τους νέους, που δεν είχαν πάντα να πληρώσουν και σήμερα το ίδιο ήθος μένει αναλλοίωτο χάρη στην οικογένειά του. Μπορεί η Κάκια να είναι κλεισμένη όλη τη μέρα στην κουζίνα, όμως η έγνοια της και το χαμόγελό της φωτίζουν παντού το μαγαζί.»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *