Η πρώτη προσπάθεια οργάνωσης του Α΄ Σώματος Στρατού σε Πιάδα και Λυγουριό (1828).

Γράφει ο Αντώνης Ξυπολιάς:
Αμέσως μετά την άφιξή του, ο Ιωάννης Καποδίστριας προσπάθησε να αντιμετωπίσει το σοβαρό στρατιωτικό πρόβλημα, ενσωματώνοντας τα άτακτα σώματα σε ημιτακτικούς σχηματισμούς με στόχο να τα μετατρέψει σταδιακά σε τακτικό στρατό.
Στο πλαίσιο αυτό, το κατακερματισμένο Α΄ Σώμα Στρατού, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Κορινθία, διατάχθηκε να συγκεντρωθεί στα χωριά Πιάδα (Νέα Επίδαυρος), Λυγουριό και Σοφικό, καθώς και στην τότε ακατοίκητη περιοχή της Αρχαίας Επιδαύρου. Εκεί έπρεπε να καταμετρηθεί και να οργανωθεί σε ημιτακτικές μονάδες, ενόψει της εκστρατείας στη Στερεά Ελλάδα.
Στις 14 Ιανουαρίου 1828, η Γραμματεία των στρατηγών του Α΄ Σώματος Στρατού, από τις Λίμνες, ενημέρωσε τους δημογέροντες της Πιάδας ότι, κατόπιν κυβερνητικής διαταγής, επρόκειτο να εγκατασταθούν στρατιώτες στο χωριό για μικρό χρονικό διάστημα. Για τον σκοπό αυτό, υπαξιωματικός, ο Ηλίας Γαλαξιδιώτης, θα μεριμνούσε για την εξεύρεση καταλυμάτων «με ευταξία», όπως είχε διαταχθεί από τον ίδιο τον Κυβερνήτη.
Ωστόσο, ήδη από την επόμενη ημέρα, στις 15 Ιανουαρίου 1828, οι κάτοικοι της Πιάδας απηύθυναν επιστολή προς τον Καποδίστρια, διαμαρτυρόμενοι για τη συμπεριφορά των στρατιωτών, οι οποίοι, αριθμώντας περίπου ογδόντα, έσπασαν είκοσι επτά πόρτες σπιτιών και εξανάγκασαν οικογένειες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εν μέσω χειμώνα και να καταφύγουν στην ύπαιθρο. Την ίδια αγωνία μετέφερε και ο ιερέας Σακελλίωνας Οικονόμου, ο οποίος μετέβη στην Αίγινα, για να ενημερώσει τον Κυβερνήτη: «επειδή θέλουν να σταθούνε εις Πιάδα και Πίδαβρα δύο χιλιάδες στρατιώτες, τι θα γενούμε, δεν ηξεύρομεν».
Το υπ.1 έγγραφο της διακυβέρνησης Καποδίστρια Σε άμεση απάντηση, στις 16 Ιανουαρίου 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας απέστειλε το πρώτο επίσημο έγγραφό του ως Κυβερνήτης, το υπ’ αρ. 1 της Γενικής Γραμματείας, προς τους στρατιωτικούς του Α΄ Σώματος Στρατού που στάθμευαν στην περιοχή της Επιδαύρου. Με το έγγραφο αυτό απαγόρευε ρητά κάθε «κατάχρηση ή ενόχληση» εις βάρος των κατοίκων των χωριών. Ωστόσο, παρά τις σαφείς αυτές οδηγίες, η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιώθηκε αλλά συνέχισε να επιδεινώνεται.Στρατιωτικά σώματα διαφόρων οπλαρχηγών, αποτελούμενα από είκοσι έως και τριακόσιους ογδόντα οκτώ άνδρες το καθένα, κατέφθαναν ανεξέλεγκτα στην περιοχή, χωρίς καμία πρόβλεψη για τη στέγαση ή τη σίτισή τους. Ως αποτέλεσμα, οι δημογέροντες και οι κάτοικοι της Πιάδας, του Λυγουριού και του Σοφικού απηύθυναν συνεχείς επιστολές προς τον Κυβερνήτη, καταγγέλλοντας εκτεταμένες λεηλασίες, αρπαγές τροφίμων και ζώων, καθώς και βιαιοπραγίες κατά του άμαχου πληθυσμού. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η μαρτυρία των δημογερόντων του Λυγουριού, οι οποίοι ανέφεραν ότι οι στρατιώτες του Φωτομάρα, «τυραννούντες», τους ανάγκασαν να καταφύγουν «στα δάση και τα σπήλαια», ενώ παράλληλα λεηλάτησαν και κατέστρεψαν σπίτια, μελίσσια και αποθηκευμένα αγαθά, σκοτώνοντας χρήσιμα ζώα. Ανάλογες καταγγελίες υπέβαλε και ο ηγούμενος της μονής Ταξιαρχών. Επιπλέον, πάροικοι από τη Στερεά Ελλάδα, που είχαν καταφύγει στην περιοχή της Επιδαύρου, περιέγραφαν τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, οι οποίες επιδεινώνονταν περαιτέρω από την αυθαίρετη και ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των στρατιωτών. Στις καταγγελίες αυτές απάντησε «όλον το στρατιωτικόν ευρισκόμενον εις Πιγιάδα» με αναφορά προς τον Υπουργό Πολέμου, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις των κατοίκων ως υπερβολικές, «…δηλαδή ότι σκοτώσαμε ανθρώπους, βιάσαμε γυναίκες, φθείραμε παρθένες και σκοτώσαμε βόδια… Τούτο μόνον είναι αληθέστατο, όπου εφάγαμε, επειδή και δεν είχαμε…».
Ο έκτακτος επιστάτης τροφών Αντώνης Τζούνης Υπό το βάρος της κλιμακούμενης κρίσης, ο Καποδίστριας διόρισε τον έμπιστό του Αντώνη Τζούνη έκτακτο φροντιστή, με αρμοδιότητα τη μέριμνα για τη σίτιση των στρατιωτικών σωμάτων. Ο Τζούνης επέλεξε ως συνεργάτη του τον Λυγουριάτη Θοδωρή Λάσιμο και μετέβησαν στον Πόρο για την παραλαβή αλευριού από τις εθνικές αποθήκες. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες καθυστέρησαν τη μεταφορά, ενώ η οξυνόμενη πείνα των στρατιωτών συνέβαλε στην αύξηση των καταχρήσεων.
Παρά την άφιξη της πρώτης ποσότητας αλεύρου στις 20 Ιανουαρίου 1828, η οποία επαρκούσε μόνον για λίγες ημέρες, στην περιοχή είχαν πλέον συγκεντρωθεί περίπου 2.300 Ρουμελιώτες στρατιώτες, ενώ, σύμφωνα με τον Τζούνη, ακόμη 300 άνδρες του σώματος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη βρίσκονταν στην Επίδαυρο. Άλλες στρατιωτικές ομάδες συνέχιζαν να καταφθάνουν εξαντλημένες και πεινασμένες μέσα στο καταχείμωνο, στα τρία χωριά χωρίς καμία υποδομή για τη φιλοξενία τους. Οι ίδιοι οι οπλαρχηγοί σημείωναν: «χωρίς τροφές δύσκολα επιτυγχάνεται η ευταξία».
Ο Τζούνης ενημέρωνε τον Κυβερνήτη με λεπτομερείς αναφορές για τις καταστροφές, ενώ πολλοί στρατιώτες απέδιδαν τις βιαιοπραγίες είτε στην ανάγκη επιβίωσης είτε στη φυγή των κατοίκων. Χαρακτηριστικό υπήρξε το περιστατικό της κλοπής του αλόγου της οικογένειας του μακαρίτη παπα-Θανάση [Παπαθανασίου ]στο Λυγουριό, ζώου απαραίτητου για την επιβίωσή της. Ο ορφανός νεαρός γιος του ιερέα, σε κατάσταση απόγνωσης, έτρεχε γυμνός μέσα στο ψύχος, ικετεύοντας για την επιστροφή του αλόγου. Όπως ενημέρωσε τον Τζούνη ο Φωτομάρας, το άλογο είχε δοθεί από τον Γενναίο Κολοκοτρώνη σε έναν τσαούση[υπαξιωματικό].
Η παρέμβαση του Χριστόφορου Περραιβού Ο Ιωάννης Καποδίστριας κάλεσε τον Υπουργό του Πολέμου Αλεξάκη και, δείχνοντάς του τις αναφορές που είχε λάβει, εξέφρασε έντονα τη δυσαρέσκειά του για τη συμπεριφορά των στρατιωτικών σωμάτων και έστειλε στην Επίδαυρο τον έμπειρο στρατιωτικό Χριστόφορο Περραιβό. Ο Περραιβός έφθασε στην Παλαιά Επίδαυρο στις 22 Ιανουαρίου 1828. Σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη αναγνώρισε ότι οι κάτοικοι είχαν υποστεί ζημιές, όχι όμως στον βαθμό που αυτοί ισχυρίζονταν. Παράλληλα, προέβη σε διάκριση μεταξύ πειθαρχημένων και απείθαρχων στρατιωτικών σωμάτων και επισήμανε την αντιπάθεια των Πελοποννησίων προς τους Ρουμελιώτες. Αντίθετα, οι κάτοικοι της Πιάδας υποστήριζαν ότι όλοι οι στρατιώτες συμμετείχαν στις βιαιοπραγίες και κατηγόρησαν τον Περραιβό ότι «αποβλέπει εις την ιδιοτέλειαν του σώματος».
Ο ιστορικός και αγωνιστής Ν. Κασομούλης σημειώνει στα Ενθυμήματα (τ. Γ΄, σ. 18) ότι ο Περραιβός βρήκε το στράτευμα σε πλήρη ευταξία και επέπληξε τον Τζούνη για όσα είχε αναφέρει στις επιστολές του.
Την ίδια περίοδο, ωστόσο, ο Τζούνης συνέχιζε να καταγράφει τις καταχρήσεις εις βάρος των κατοίκων, περιγράφοντας την έκταση των καταστροφών και εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τη συμπεριφορά των στρατιωτικών σωμάτων. Χαρακτηριστικά αποδίδει στους στρατιώτες τη φράση: «Ας μας δώσει ο Κυβερνήτης τους λουφέδες μας και να μη κάμομε τα τοιαύτα». Ο έκτακτος φροντιστής πρότεινε τη μετακίνηση των Πελοποννησίων στρατιωτών στο Λυγουριό και των Ρουμελιωτών στα υπόλοιπα χωριά, καθώς και την καταμέτρησή τους. Ωστόσο, όπως σημείωνε, οι στρατηγοί παρέμεναν στο Ναύπλιο λόγω των εορτών των Αποκριών και εν αναμονή της άφιξης του Κυβερνήτη, με αποτέλεσμα η καταμέτρηση να καθυστερεί.
Η μετακίνηση στην Τροιζηνία και η οργάνωση του στρατού Στις 4 Φεβρουαρίου 1828, ο Καποδίστριας αποφάσισε τη μετακίνηση των στρατευμάτων στην Τροιζηνία και, με τη διαταγή υπ’ αρ. 148, ανέθεσε στον Στρατάρχη Δημήτριο Υψηλάντη την ευθύνη της οργάνωσης των στρατευμάτων. Ο Υψηλάντης υπέβαλε άμεσα το σχέδιο «Διοργανισμός» του στρατού, το οποίο προέβλεπε, πέρα από τις δυσκολίες συγκρότησης των χιλιαρχιών, την απομάκρυνση των ηλικιωμένων οπλαρχηγών, τη μείωση και αναπροσαρμογή των βαθμών, την κατάργηση των «ψυχογιών».
Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, ο Υψηλάντης αναχώρησε από την Αίγινα για την Πιάδα στις 9 Φεβρουαρίου, ενώ την ίδια ημέρα ξεκίνησε και η μετακίνηση των στρατιωτών προς τα χωριά της Τροιζηνίας. Μόνον το σώμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη παρέμεινε στην Επίδαυρο, εφοδιασμένο με τρόφιμα λίγων ημερών. Με έγγραφό του, ο Καποδίστριας έγραφε στον Κολοκοτρώνη ότι τα ρουμελιώτικα σώματα όφειλαν «να μετακινηθούν από την Πιάδα και το Λυγουριό προς τον Δαμαλά», ενώ τα πελοποννησιακά θα παρέμεναν προσωρινά στις θέσεις τους.
Στις 12 Φεβρουαρίου, ο Υψηλάντης διόρισε τον Σουλιώτη Γιανούση Πάνο Μάρα υπεύθυνο για την αποτροπή καταχρήσεων στα χωριά του Δαμαλά και προχώρησε στην καταμέτρηση των στρατιωτικών σωμάτων. Την ίδια ημέρα, Κυριακή της Ορθοδοξίας, ο Καποδίστριας απέπλευσε από την Αίγινα για τον Πόρο, συνοδευόμενος από αγγλικό, ρωσικό και γαλλικό πολεμικό πλοίο, και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Λόγω κακοκαιρίας, τέσσερις ημέρες αργότερα επιθεώρησε τα συγκεντρωμένα στρατεύματα στον Δαμαλά, ενώ ακολούθησε λιτό γεύμα παρουσία των Κολοκοτρώνη, Μιαούλη, Κωλέττη, Τρικούπη και Ευρωπαίων αξιωματικών. Την επομένη αναχώρησε για το Ναύπλιο επί του αγγλικού βασιλικού πλοίου Ουάρσπιτ, συνοδευόμενος από συμμαχικά πολεμικά.
Καθώς εκείνες τις ημέρες ο Ιμπραήμ κατεδάφιζε την Τρίπολη, ο Καποδίστριας ζήτησε από τον Υψηλάντη να επιταχύνει τη συγκρότηση των χιλιαρχιών. Στις 25 Φεβρουαρίου, με την υπ’ αρ. 454 εντολή του από το Ναύπλιο, γνωστοποίησε την πρόθεσή του να μεταβεί στην Τροιζήνα για να ελέγξει την πρόοδο της αναδιοργάνωσης του Α΄ Σώματος Στρατού: «Αύριον το πρωί αναχωρώ εντεύθεν και σκοπόν έχω να διανυκτερεύσω εις το Λυγουριό. Εκείθεν δε μεταβαίνω εις το χωρίον Βαλαριό…». Το βράδυ της Κυριακής, 26 Φεβρουαρίου, ο Καποδίστριας φιλοξενήθηκε στο Λυγουριό και την επομένη συνέχισε έφιππος προς την Τροιζήνα,συνοδευόμενος από τους Θ.Γρίβα,Χ. Φωτομάρα και Κ.Βέρη.
Οι πληγές που έμειναν πίσω Μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων, η Πιάδα και το Λυγουριό έμειναν να μετρούν τις πληγές τους. Ενδεικτικές της έκτασης των καταστροφών είναι οι επιστολές της Ελένης, χήρας του Αναγνώστη Αναστασόπουλου, προς τον Ιωάννη Καποδίστρια. Κατά την αναγκαστική εγκατάλειψη του σπιτιού της, στρατιώτες είχαν σκάψει στο υπόγειο και είχαν εντοπίσει τα πολύτιμα αντικείμενα που η οικογένεια είχε αποκρύψει για τις τρεις ορφανές της κόρες, πριν καταφύγει στην ύπαιθρο για να αποφύγει τις βιαιοπραγίες. Με προσωπικό ενδιαφέρον του Δ. Υψηλάντη, του Χ. Περραιβού και του διοικητή του Πόρου Δ. Οικονομίδη, τα κλοπιμαία εντοπίστηκαν τελικά στις 4 Μαρτίου 1828.
Ωστόσο, η τοπική κοινωνία δεν πρόλαβε να ανακάμψει από τις δοκιμασίες της. Λίγες ημέρες αργότερα, η θανατηφόρα επιδημία της πανώλης έπληξε το Λυγουριό, προκαλώντας τον θάνατο είκοσι ενός κατοίκων. Ανάμεσά τους ήταν και μία από τις κόρες της Ελένης Αναστασόπουλου, γεγονός που σφράγισε με δραματικό τρόπο το τέλος της δοκιμασίας του 1828 για τις σαράντα οικογένειες του χωριού.
Σημειώσεις:
*Το Α’ Σώμα Στρατού της Στερεάς Ελλάδος ήταν η μετονομασία του Σώματος του αείμνηστου Καραϊσκάκη.
*Ο Αντώνης Τζούνης καταγόταν από το Δροβολοβό Καλαβρύτων και υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, καθώς και από τους πλέον έμπιστους συνεργάτες του Ιωάννη Καποδίστρια. Κατά την προεπαναστατική περίοδο συμμετείχε σε μυστικές αποστολές που του ανέθεσαν ο Καποδίστριας και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, κυρίως στην Οδησσό και τη Βεσσαραβία. Το 1826 διορίστηκε επιστάτης τροφών στο Ναύπλιο. Πέθανε το 1831.
*Ο Θοδωρής Λάσιμος στάλθηκε το 1826 από το Εθνικό Ταμείο για να επισκευάσει τον εθνικό πύργο στο Λυγουριό, όπου και εγκαταστάθηκε . Από τότε αναφέρεται ως Λυγουριάτης,ενώ ο πύργος φιλοξένησε κατά καιρούς προσωπικότητες της εποχής . Το 1829 συνεργάστηκε με τον Αντώνη Τζούνη στην πρώτη ανασκαφή στον χώρο του Ιερού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, με την έγκριση του Ιωάννη Καποδίστρια.
*Ο Αναγνώστης Αναστασόπουλος υπήρξε ο πρώτος εκπρόσωπος της επαρχίας Ναυπλίου στην Πελοποννησιακή Γερουσία το 1822. Συμμετείχε ενεργά στις εργασίες και στα πρώτα θεσπίσματα του πρώτου οργανισμού διοίκησης των επαναστατημένων Ελλήνων. Προτάθηκε από την Πελοποννησιακή Γερουσία για υπουργός Οικονομίας την 16 Μαρτίου 1822 .Ηγήθηκε στρατιωτικών επιχειρήσεων του σώματος της επαρχίας Ναυπλίου την περίοδο 1822 και 1825.Πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1826.
ΠΗΓΕΣ
ΓΑΚ Αρχείο Γενικού Φροντηστηρίου [Περιόδου Καποδίστρια] 1828-1829 Φ1 ΓΑΚ Αρχείο επιτροπής Οικονομίας [περιόδου Καποδίστρια ][1828-1833 Φ 2 ΓΑΚ Αρχείο Γενικής Γραμματείας [περιόδου Καποδίστρια][1828-1833] Φ 2,Φ 3,Φ 6,Φ9,Φ11,Φ12,Φ14,Φ15,Φ19,Φ22,Φ 23,Φ24 ΓΑΚ Συλλογή Γιάννη Βλαχογιάννη Α Κατάλογος χειρογράφων ,Αρχείο Αγώνος,Φ47 Οικονομίας [1823-1827] ΓΑΚ Αρχείο Ανακτορικών [περιόδου Όθωνος ]1833-1862] Φ69
Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος της 8,15,22 και 29ης Φεβρουαρίου 1828
-Απόστολος Βακαλόπουλος,Τα Ελληνικά Στρατεύματα του 1821 –οργάνωση,ηγεσία,τακτική .ήθος, Ψυχογωγία . Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991 -Νικόλαος Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833 :προτάσσεται ιστορία του Αρματωλισμού , εισαγωγή και σημειώσεις υπό Γιάννη Βλαχογιάννη, T.2, Αθήναι :Χορηγία Παγκείου Επιτροπής,1941και T.3, Αθήναι :Χορηγία Παγκείου Επιτροπής,1942. -Ντίνος Κονόμος, Αντώνιος Τσούνης Φιλικός και ιερολοχίτης . Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ ΕΤΟΣ Δ τ.19.Αθηναι 1966
