«Τρωάδες» στην Επίδαυρο: Η γυναικεία ματιά της Ελένης Ευθυμίου και η κραυγή των ευάλωτων.

troades ethniko (1)

Με θερμά χειροκροτήματα και σε έντονα φορτισμένο κλίμα υποδέχτηκε το κοινό της Επιδαύρου το Σάββατο 1 και την Κυριακή 2 Αυγούστου τις «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου. Η συγκινησιακή φόρτιση ήταν έκδηλη, καθώς το διήμερο αυτό ακολούθησε την αναγκαστική ακύρωση της παράστασης της Παρασκευής εξαιτίας των καταστροφικών πυρκαγιών, κάνοντας τα μηνύματα του έργου για την απώλεια και το χάος να αντηχούν ακόμα πιο δυνατά.

Είναι πλέον κοινή παραδοχή πως το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, στην εποχή του «μετά-μεταμοντέρνου», σπάνια φιλοξενεί αμιγώς κλασικές προσεγγίσεις. Αντίθετα, αποτελεί το πεδίο όπου αποτυπώνονται οι σύγχρονες τάσεις του αρχαίου δράματος μέσα από την οπτική πρωτοποριακών δημιουργών.

Το διαρκές ζητούμενο σε αυτές τις αναγνώσεις είναι αν δικαιώνεται το πνεύμα του τραγικού ποιητή και αν επιτυγχάνεται η «χρυσή τομή» ανάμεσα στο αρχαίο κείμενο και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στην προκείμενη παράσταση, η απάντηση δίνεται μέσα από μια βαθιά ευαίσθητη, γυναικεία και αμιγώς κοινωνική ματιά.

Η ορατότητα των ευάλωτων ομάδων και το σύγχρονο κοινωνικό σχόλιο

Η πλέον συγκινητική και ουσιαστική σκηνοθετική επιλογή της Ελένης Ευθυμίου ήταν η ενεργός παρουσία ατόμων με αναπηρία και μικρών παιδιών επί σκηνής. Οι ομάδες αυτές, που αποτελούν τα πρώτα θύματα σε κάθε πολεμική σύρραξη —αλλά συχνά παραμένουν στο περιθώριο ακόμη και σε καιρό ειρήνης— απέκτησαν βήμα και φωνή στο αμφιθέατρο της Επιδαύρου.

Μέσα από το δράμα των αιχμάλωτων γυναικών της Τροίας που αντιμετωπίζονται ως λάφυρα, η παράσταση επιχειρεί ένα επίκαιρο κοινωνικό σχόλιο για τα δικαιώματα των ευάλωτων ομάδων στη σύγχρονη Ελλάδα. Σε μια εποχή που η Μέση Ανατολή φλέγεται, η τραγωδία της Παλαιστίνης και ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνονται, ο λόγος του Ευριπίδη ηχεί απελπιστικά επίκαιρος: η φρίκη του πολέμου, ο θρήνος των γυναικών και η βία απέναντι στο «διαφορετικό» παραμένουν ίδια.

Δραματουργία και Σκηνοθεσία: Η συλλογική φωνή των ηττημένων

Το κείμενο της παράστασης δεν ήταν το πρωτότυπο, αλλά μια επιτυχημένη διασκευή που διατήρησε καίρια αποσπάσματα, υπηρετώντας απόλυτα το κεντρικό μήνυμα του έργου. Η δομή στηρίχθηκε στη συλλογική φωνή του Χορού:

  • Κατάργηση των ταξικών ορίων: Οι κεντρικοί ρόλοι (Εκάβη, Ανδρομάχη, Ελένη) δεν ξεχώριζαν ως βασιλικές προσωπικότητες, αλλά ξεπηδούσαν ισότιμα μέσα από τη συλλογική οδύνη των γυναικών. Στους ηττημένους δεν υπάρχουν πλέον τίτλοι ευγενείας.
  • Ο Χορός ως σπονδυλική στήλη: Χωρίς τα παραδοσιακά χορικά άσματα, ο Χορός μιλούσε και κινούνταν υπό τον ρυθμό των τυμπάνων, με κάθε ηθοποιό να υιοθετεί διαφορετικές εκφράσεις και κινήσεις.

Οι ερμηνείες των ρόλων

Ηρωίδα / ΗθοποιόςΣκηνοθετική Προσέγγιση & Ερμηνεία
Εκάβη
(Λύδια Φωτοπούλου)
Δωρική και μεστώς συγκινητική. Απέδωσε το βάρος του πόνου χωρίς βαρύγδουπες υστερίες, αποτυπώνοντας την απόλυτη αδυναμία αντίδρασης απέναντι στον κατακτητή.
Κασσάνδρα
(Νάνσυ Σιδέρη)
Παρουσιάστηκε σαν ένα αγνό παιδί που οδηγείται σε ενήλικο παροξυσμό. Αντί για νυφικές λαμπάδες, κρατούσε αιχμές δοράτων (μαχαίρια) με τα οποία προανήγγειλε το τέλος του Αγαμέμνονα, προβαίνοντας σε μια σκληρή πράξη αχρήστευσης της μήτρας της. Ο υμέναιος αποδόθηκε σε πρόζα.
Ανδρομάχη
(Εύη Σαουλίδου)
Δυναμική και στιβαρή παρουσία, εξέφρασε με ένταση το δράμα της μητέρας και της ηττημένης βασίλισσας.
Ελένη
(Βασιλική Τρουφάκου)
Μακριά από τον συνήθη κυνισμό του ρόλου. Παρουσιάστηκε ως ένα ακόμη τραυματισμένο θύμα του πολέμου —εγκλωβισμένη, ταπεινωμένη και χρησιμοποιημένη ως πρόσχημα για την καταστροφή της Τροίας.

Οι Αχαιοί ως εγκληματίες πολέμου

Στον αντίποδα, οι ανδρικοί ρόλοι των νικητών Αχαιών σχεδιάστηκαν ως κοινοί εγκληματίες πολέμου. Ντυμένοι στα μαύρα, κρατώντας γκλομπ, επέβαλλαν το «δίκαιο του ισχυρότερου». Οι ηχητικές παρεμβάσεις παρέπεμπαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ οι σκηνές σεξουαλικής παρενόχλησης και βιασμού επί σκηνής τόνισαν τη γυμνή βία της εξουσίας.

Συμπεράσματα

Η παράσταση της Ελένης Ευθυμίου πέτυχε τον πρωταρχικό της στόχο: να προκαλέσει ένα ωφέλιμο σοκ στο κοινό. Με σύγχρονες ηχητικές παρεμβάσεις, εύστοχη διασκευή και αφοπλιστική σκηνοθετική τόλμη, κατάφερε να μεταφέρει την απόγνωση του ηττημένου και τη σκληρή αλήθεια του πολέμου.

Ήταν μια παράσταση που, παρά τις τολμηρές της παρεμβάσεις —και με φόντο την αγωνία των ημερών λόγω των πυρκαγιών— υπηρέτησε πιστά την ουσία της ευριπίδειας τραγωδίας, θυμίζοντάς μας ότι ο ανθρώπινος πόνος δεν έχει εποχή.