Επίδαυρος, «Λυσιστράτη» και ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο μία παράσταση!
Γράφει ο Ελευθέριος Μακριδόπουλος :
Υπάρχουν τόποι που δεν είναι απλώς τόποι.
Είναι μνήμη.
Είναι σύμβολο.
Είναι ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο ένας πολιτισμός επιστρέφει για να ξαναδεί τον εαυτό του.
Η Επίδαυρος είναι ένας τέτοιος τόπος.
Και ίσως γι’ αυτό ό,τι συμβαίνει μέσα στο αρχαίο της θέατρο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται όπως ό,τι συμβαίνει σε μια οποιαδήποτε σύγχρονη σκηνή.
Όχι επειδή η Επίδαυρος πρέπει να γίνει μουσείο.
Όχι επειδή η τέχνη πρέπει να φοβάται την πρόκληση, το σώμα, τον ερωτισμό ή ακόμη και το άσεμνο.
Αλλά επειδή αυτός ο τόπος κουβαλά μνήμη.
Κουβαλά βάρος.
Και, πάνω απ’ όλα, κουβαλά ένα ερώτημα:
Τι περιμένουμε να συμβεί μέσα στον άνθρωπο όταν έρχεται σε επαφή με το θέατρο;
Τα τελευταία χρόνια επιστρέφω συχνά, μέσα από τη δική μου έρευνα, σε ένα ευρύτερο ερώτημα που αφορά την παιδεία, τη μνήμη και τη σχέση μας με τον αρχαίο κόσμο.
Πώς ένας πολιτισμός συνεχίζει να είναι ζωντανός;
Πότε η παράδοση παραμένει βίωμα και πότε μετατρέπεται σε έκθεμα;
Τι συμβαίνει όταν γνωρίζουμε τον Όμηρο μόνο μέσα από ένα σχολικό βιβλίο, τον Ασκληπιό μόνο ως μυθολογικό πρόσωπο, τους Δελφούς μόνο ως τουριστικό προορισμό και την Επίδαυρο μόνο ως έναν εντυπωσιακό αρχαιολογικό χώρο;
Αυτά είναι ερωτήματα που έχω θέσει και σε άλλες δημόσιες παρεμβάσεις μου, γιατί πιστεύω ότι το ζήτημα δεν αφορά απλώς την ιστορία.
Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος συναντά σήμερα τις ίδιες του τις ρίζες.
Και χθες το βράδυ αυτό το ερώτημα επέστρεψε ξανά, αυτή τη φορά μέσα από το θέατρο.
Περίπου τρία τέταρτα μετά την έναρξη της «Λυσιστράτης» του Αριστοφάνη στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, άρχισε να έρχεται κόσμος εδώ.
Άνθρωποι που είχαν αποχωρήσει πριν ολοκληρωθεί η παράσταση.
Φίλοι και γνωστοί από την περιοχή, επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, οικογένειες που είχαν πάρει μαζί τα παιδιά τους.
Και μαζί άρχισαν να φτάνουν μηνύματα.
Εικόνες.
Βίντεο.
Μαρτυρίες ανθρώπων που βρίσκονταν μέσα στο θέατρο.
Το ίδιο συνεχίστηκε και σήμερα το πρωί.
Δεν ήμουν ο ίδιος στην παράσταση και αυτό θέλω να το ξεκαθαρίσω.
Δυστυχώς όμως δεν εξεπλάγην.
Είχα ήδη προβληματιστεί από την κατεύθυνση που έχω δει να παίρνουν ορισμένες παραστάσεις του αρχαίου δράματος τα τελευταία χρόνια.
Και γι’ αυτό δεν θέλω να γράψω ένα κείμενο οργής.
Θέλω να κάνω κάτι δυσκολότερο.
Να θέσω ένα ερώτημα.
Τι είναι τελικά το θέατρο;
Και ακόμη περισσότερο:
Τι σημαίνει να ανεβάζεις θέατρο στην Επίδαυρο;
Από χθες ακούω πολλούς ανθρώπους να στέκονται στη βωμολοχία.
Αλλά εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι απέναντι στην Ιστορία.
Ο Αριστοφάνης βωμολοχούσε.
Η αρχαία κωμωδία γνώριζε την αισχρολογία, τα σεξουαλικά υπονοούμενα, τον φαλλό, την υπερβολή και τη σωματικότητα.
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι:
«Βωμολοχούσε ο Αριστοφάνης;»
Βεβαίως και βωμολοχούσε.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Γιατί βωμολοχούσε;
Η «Λυσιστράτη» γράφεται το 411 π.Χ., μέσα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όταν η Αθήνα έχει ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα.
Και ο Αριστοφάνης παίρνει κάτι πρωτόγονο και πανίσχυρο —το σώμα, τον έρωτα, τη σεξουαλική επιθυμία— και το στρέφει εναντίον της ανθρώπινης ανοησίας.
Οι άνδρες δεν μπορούν να σταματήσουν τον πόλεμο.
Οι γυναίκες αποφασίζουν να σταματήσουν τους άνδρες.
Το άσεμνο γίνεται ανατροπή.
Το γέλιο γίνεται πολιτική κριτική.
Το σώμα γίνεται καθρέφτης της πόλης.
Ο λόγος, ακόμη και όταν γίνεται αισχρός, παράγει κάτι.
Τρυπά.
Ανατρέπει.
Αποκαλύπτει.
Γονιμοποιεί τη σκέψη.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η τεράστια διαφορά.
Άλλο ο λόγος που σοκάρει για να ανοίξει τη συνείδηση και άλλο ο λόγος που σοκάρει και τελειώνει εκεί.
Ο πρώτος μπορεί να είναι ωμός, αλλά γόνιμος.
Ο δεύτερος μπορεί να είναι εντυπωσιακός, αλλά στείρος.
Και εδώ το ζήτημα γίνεται βαθύτερο.
Γιατί το θέατρο δεν γεννήθηκε σε πολιτισμικό κενό.
Συνδέθηκε με τον Διόνυσο, με τη γιορτή, την ανατροπή, τη μάσκα, τη μουσική, τον χορό, την έκσταση.
Ο Διόνυσος δεν είναι η ευπρέπεια.
Είναι εκείνος που διαλύει τα όρια.
Που αναποδογυρίζει τους ρόλους.
Που αποκαλύπτει όσα η καθημερινή τάξη κρύβει.
Αλλά η διάλυση των ορίων δεν είναι από μόνη της προορισμός.
Και εδώ θέλω να χρησιμοποιήσω μια φιλοσοφική εικόνα που επανέρχεται συχνά στη δική μου μελέτη του αρχαίου κόσμου.
Απόλλων και Διόνυσος.
Μέτρο και έκσταση.
Μορφή και διάλυση.
Λόγος και πάθος.
Φως και σκοτεινό βάθος.
Ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του και τα δύο.
Και η μεγάλη τέχνη μπορεί να δημιουργήσει έναν χώρο όπου αυτά τα δύο δεν αλληλοεξοντώνονται αλλά συνομιλούν.
Να ταράξει το συναίσθημα χωρίς να ακυρώσει τον νου.
Να διαπεράσει τον νου χωρίς να νεκρώσει την ψυχή.
Και ο άνθρωπος να φύγει διαφορετικός από εκείνον που μπήκε.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα βαθύτερα νήματα που με απασχολούν γενικότερα όταν μελετώ την Επίδαυρο, τον Ασκληπιό, τη θεραπεία, το θέατρο και την αρχαία ελληνική αντίληψη για τον άνθρωπο.
Όχι ως μια προσπάθεια επιστροφής στο παρελθόν.
Αλλά ως αναζήτηση του νοήματος που μπορεί ακόμη να έχει το παρελθόν μέσα στο παρόν.
Γιατί η πολιτιστική μνήμη δεν διαμορφώνεται μόνο στα βιβλία.
Διαμορφώνεται και πάνω στις σκηνές.
Διαμορφώνεται από εκείνους που αποφασίζουν τι θα παρουσιαστεί.
Από τις καλλιτεχνικές διευθύνσεις.
Από τους δημόσιους πολιτιστικούς οργανισμούς.
Από τις επιτροπές, όπου αυτές υπάρχουν.
Από τα κριτήρια με τα οποία μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική πρόταση αποκτά πρόσβαση σε έναν χώρο όπως η Επίδαυρος.
Και εδώ δεν θέλω να κάνω καταγγελίες χωρίς στοιχεία.
Θέλω να κάνω ερωτήσεις.
Ποιος αποφασίζει τι ανεβαίνει στην Επίδαυρο;
Με ποια κριτήρια;
Ποιος επιλέγει την κατεύθυνση;
Ποιος επιλέγει εκείνους που επιλέγουν;
Ποια αντίληψη για το αρχαίο δράμα θεωρείται σήμερα άξια να συναντήσει αυτόν τον χώρο;
Και ποια πολιτιστική φιλοσοφία βρίσκεται πίσω από αυτές τις επιλογές;
Αυτά είναι ερωτήματα που αξίζει να ερευνώνται.
Με έγγραφα.
Με θεσμικές διαδικασίες.
Με ονόματα και αρμοδιότητες.
Όχι με υποθέσεις.
Γιατί ένα από τα θέματα που με απασχολούν εδώ και καιρό είναι ακριβώς αυτό:
Ποιος διαμορφώνει τη μνήμη ενός πολιτισμού;
Και το ερώτημα αυτό δεν σταματά στην παιδεία.
Περνά στον πολιτισμό.
Στο θέατρο.
Στη γλώσσα.
Στην τέχνη.
Στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε σήμερα στους νέους ανθρώπους εκείνο που παραλάβαμε από τους προηγούμενους.
Και εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο.
Μπορείς να κρατήσεις τις λέξεις του Αριστοφάνη και να χάσεις το πνεύμα του.
Μπορείς να κρατήσεις τον φαλλό και να χάσεις τον Διόνυσο.
Μπορείς να κρατήσεις τη βωμολοχία και να χάσεις τη σάτιρα.
Μπορείς να κρατήσεις την πρόκληση και να χάσεις τη μεταμόρφωση.
Μπορείς να κρατήσεις το γέλιο και να χάσεις την κάθαρση.
Και μπορείς τελικά να κρατήσεις τις πέτρες της Επιδαύρου…
και να χάσεις την Επίδαυρο.
Γιατί ένας πολιτισμός δεν χάνεται μόνο όταν καταστρέφονται τα μνημεία του.
Μπορεί να χαθεί ακόμη κι όταν τα μνημεία παραμένουν όρθια.
Αρκεί να ξεχαστεί γιατί δημιουργήθηκαν.
Και θέλω να είμαι ξεκάθαρος.
Δεν ζητώ ένα θέατρο ακίνδυνο.
Δεν ζητώ ένα θέατρο καθωσπρέπει.
Δεν ζητώ λογοκρισία.
Δεν ζητώ έναν Αριστοφάνη αποστειρωμένο, χωρίς φαλλούς, χωρίς σεξ, χωρίς βωμολοχία.
Ένας τέτοιος Αριστοφάνης θα ήταν εξίσου ψεύτικος.
Ζητώ κάτι πολύ δυσκολότερο:
Να υπάρχει λόγος για την πρόκληση.
Αν πρόκειται να με ταράξεις, τάραξέ με ώστε να δω.
Αν πρόκειται να με προσβάλεις, κάνε την προσβολή σου νυστέρι.
Αν πρόκειται να γελάσω με το χυδαίο, άφησέ με μετά να αναρωτηθώ γιατί γέλασα.
Αν πρόκειται να με κατεβάσεις στο σώμα, βοήθησέ με μέσα από αυτό να ξανασυναντήσω τον άνθρωπο.
Αυτό είναι γόνιμη τέχνη.
Και τότε επιστρέφω στους ανθρώπους που έφυγαν χθες.
Όταν μέσα σε περίπου τρία τέταρτα από την έναρξη μιας παράστασης αρχίζουν να εμφανίζονται άνθρωποι που σηκώθηκαν και αποχώρησαν· όταν γονείς λένε ότι πήραν τα παιδιά τους και έφυγαν· όταν άνθρωποι που ταξίδεψαν από μακριά για να γνωρίσουν την Επίδαυρο λένε «δεν θέλω να ξανάρθω»…
αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι μια παράσταση απέτυχε.
Η μεγάλη τέχνη άλλωστε πολλές φορές έχει εξοργίσει το κοινό της.
Μας υποχρεώνει όμως να ρωτήσουμε:
Τι συνέβη μέσα σε αυτούς τους ανθρώπους;
Τους τάραξε η τέχνη επειδή τους αποκάλυψε κάτι που δεν ήθελαν να δουν;
Ή τους απώθησε επειδή η πρόκληση δεν τους οδήγησε πουθενά;
Αυτό είναι το δύσκολο ερώτημα.
Και αυτό αξίζει να συζητήσουμε.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι τελικά μία «Λυσιστράτη».
Ούτε ένας σκηνοθέτης.
Ούτε μία βραδιά.
Το ζήτημα είναι πολύ μεγαλύτερο.
Τι πολιτισμό θέλουμε να γεννάμε μέσα στους χώρους που κληρονομήσαμε;
Ποιος αποφασίζει την κατεύθυνσή του;
Και με ποια αντίληψη για τον άνθρωπο;
Αυτή η αναζήτηση δεν αρχίζει ούτε τελειώνει με το χθεσινό βράδυ.
Είναι μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης διαδρομής έρευνας γύρω από την Επίδαυρο, την αρχαία ελληνική σκέψη, την παιδεία, τη θεραπεία και τη μνήμη.
Και ίσως όποιος θελήσει να ακολουθήσει αυτό το νήμα λίγο βαθύτερα, να ανακαλύψει ότι πίσω από το ερώτημα μιας θεατρικής παράστασης κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο:
Τι σημαίνει σήμερα να θυμάσαι ποιος είσαι;
Γιατί η μεγαλύτερη απώλεια ενός πολιτισμού ίσως δεν είναι να του γκρεμίσεις τις πέτρες. Είναι να του αφήσεις τις πέτρες όρθιες, να συνεχίσεις να γεμίζεις τα εδώλια,να συνεχίσεις να ανάβεις τα φώτα, να συνεχίσεις να χειροκροτείς…
και κάποια στιγμή να έχεις ξεχάσει γιατί χτίστηκε το θέατρο.
Ελευθέριος Μακριδόπουλος : Ερευνητής Βοτανολόγος
