Στα Δερβένια της Μάνης: Η ξεχασμένη μάχη και η παρουσία των Λυγουριατών.
Γράφει ο Αντώνης Ξυπολιάς
Σαν σήμερα, 3 Σεπτεμβρίου 1825, σημειώθηκε σφοδρή σύγκρουση στα Τρίνησα, στα Δερβένια της Μάνης. Η μάχη, πέρα από την ιστορική της σημασία, παρουσιάζει και ιδιαίτερο τοπικό ενδιαφέρον, καθώς ανάμεσα στους μαχητές βρίσκονταν και άνδρες από το Λυγουριό.
Το καλοκαίρι του 1825, ο στρατός του Ιμπραήμ πασά κατευθύνθηκε προς την επαρχία της Μονεμβασιάς, αφήνοντας πίσω του μια πορεία καταστροφής. « Επροχώρησε και προχωρεί όλοένα, λεηλατών, αιχμαλωτίζων και πυρπολών», έγραφαν με απόγνωση οι κάτοικοι του Λεωνιδίου. «Πολλαί γυναίκες και κοράσια, καταδιωκόμεναι, ρίπτονται εις τους ποταμούς και πνίγονται και κατακρημνίζονται από υψηλούς βράχους και βάραθρα…» περιέγραφε ο Ν.Σπηλιάδης
Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σώζονται δεκάδες σπαρακτικές επιστολές και πολυάριθμοι κατάλογοι, στους οποίους αναφέρονται ονομαστικά γυναίκες και παιδιά που έπεσαν στα χέρια των εισβολέων. Φυλακίστηκαν και στην συνέχεια ακολούθησαν τα καραβάνια προς τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και χάθηκαν .
Από τα χωριά της Λακεδαιμονίας, εκτός της Μονεμβασιάς, καταγράφονται 217 άρρενες και 233 θήλεις αιχμάλωτοι , από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν παιδιά και η τραγωδία τους αποτυπώνεται με συγκλονιστικό τρόπο στην επιστολή της Γιαννούλας Κουτζούλη, η οποία υπέγραφε ως «ελεεινή και αξιοδάκρυτος»:
«Η υποσημειωμένη με δύο θυγατέρας και έναν υιό ηχμαλωτίσθην από τον επάρατον Ιμπραήμ, όστις τον μεν υιό μου εφόνευσε , εμέ δε και τας δύο θυγατέρας μετέφερε εις τα φρούρια της Μεσσηνίας. Ο έχων εμέ Οθωμανός, Ιμβραήμ τσαούσης ονομαζόμενος, κρατήσας με ικανόν καιρόν, ύστερον μ’ επώλησεν εις άλλον και εκράτησε την μεγαλυτέραν μου θυγατέραν, την δε μικροτέραν δεν είδον τι έγινε. Τέλος, πωλούμενη από ένα εις άλλον, κατήντησα εις έναν Ευρωπαίον,όστις και με ελευθέρωσεν εσχάτως »
Επιστολή του Αιγύπτιου στρατιωτικού Αχμέτ Αγά προς την οικογένειά του, την ίδια περίοδο, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο μια ακόμη όψη της τραγωδίας:
«Είμαι στο Μοριά, σε μια περιοχή που ονομάζεται Μόντε… Σας στέλνω με έναν έμπιστο μια σκλάβα και μερικά εφόδια για το σπίτι μέχρι να γυρίσω… Πείτε και στην Αφίφα Χανούμ ότι, όταν επιστρέψω, θα της φέρω και αυτής μια σκλάβα για να τη φροντίζει και να την έχει υπηρέτρια…»
Την ίδια ώρα, οι κάτοικοι των χωριών του Λεωνιδίου και της Μονεμβασιάς, πανικόβλητοι, έτρεχαν να βρουν ασφαλή καταφύγια. «Πλήθος οικογένειες» κατέφυγαν στη μονή της Ελώνας , όπου οι μοναχοί ζητούσαν από τη Διοίκηση να τους στείλει « δύο φορτία πολεμοφόδια ». Κάποιοι ακολούθησαν τον Γενικό Αρχηγό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος στις 20 Αυγούστου 1825 ανέβηκε στον Κοσμά . Άλλοι έγραφαν στη Διοίκηση και ζητούσαν επειγόντως την αποστολή στρατευμάτων, προειδοποιώντας ότι « μία ώρας αργοπορία ημπορεί να φέρη γενικώς τον όλεθρον και να αφανισθή το πάν » .
Η κρισιμότητα της κατάστασης αποτυπώνεται και στις αναφορές του Κολοκοτρώνη
από το Λεωνίδιο και το Γεράκι. Ενημέρωνε ότι ο εχθρός κατέστρεφε την επαρχία της Μονεμβασιάς, έχοντας περάσει από τη Συκιά, το Φοινίκι, το Έλος, το Φιλίτζι, το Γεωργίτσι, την Καστανιά και άλλα χωριά. Παράλληλα, εξέφραζε την έντονη ανησυχία του για την συνοχή του στρατιωτικού σώματος, που χαρακτηριζόταν από απάθεια, αταξία και λιποταξία και κατέληγε
: «Κάθε στιγμή που στρέφω τα μάτια μου προς το μέρος όπου περνά ο εχθρός και ιδώ το εχθρικόν πύρ ως ποταμού του φλεγέθοντα, τα πάντα καταναλίσκονται και τον καπνόν του να ανεβαίνη έως τον ουρανόν και να σκοτίζει το φως· Οσάκις ιδώ όλα τα χωρία στάχτες γενόμενα, όταν βλέπω όλα τα ποτέ οικούμενα και ήμερα μέρη, τας πεδιάδας έρημα από Έλληνας και καταπατούμενα από Άραβας, οσάκις συλλογισθώ τους αιχμαλώτους, τα αδύνατα μάλιστα βρέφη και τας γυναίκας, τα οποία έπεσαν σκλάβοι εις τους απ’ αιώνας σκλάβους Αράπιδες, και όταν βλέπω και τους λοιπούς να ζουν ωσάν λαγοί εις τας τρύπας, όλα ταύτα κατανύγουν την καρδίαν μου, να θρηνώ κάθε στιγμήν και να απελπίζομαι…»
Μέσα σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση, λίγοι κάτοικοι του Έλους, από τα χωριά Λεΐμονα και Σεϊταλού, έσπευσαν να ενισχύσουν τον πύργο « Καμάρες », στα Τρίνησα, όπου είχε ταμπουρωθεί με 75 άνδρες ο Κώστας Θρασύτης Σουλιώτης. Η θέση σε απόσταση 4 χιλιόμετρα από το Γύθειο προς την Σκάλα ,επόπτευε τα δερβένια της περιοχής και μπορούσε να προσβληθεί από τον εχθρό μόνο από βορρά, ενώ τα νώτα των υπερασπιστών προστατεύονταν από τη θάλασσα.
Ο Σουλιώτης είχε σταλεί νωρίτερα στη συγκεκριμένη θέση, με διαταγή του Εκτελεστικού. Με τέσσερις βάρκες μετακινήθηκαν οι άνδρες από το Ναύπλιο και στην αποστολή καταγράφονται και οι Λυγουριάτες Μήτρος Λιάπης και Αναστάσης Σανιάς. Στον αρχικό κατάλογο των ανδρών του Σουλιώτη αναφέρονται ακόμη ο αδελφός του Αναστάση, Γιάννης Σανιάς, υπ’ αριθ. 21, και ο συγχωριανός τους Γιάννης Καραδημήτρης, υπ’ αριθ. 45, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν στη συγκεκριμένη αποστολή. Ο Γιάννης Σανιάς είχε τραυματιστεί και έγραφε χαρακτηριστικά: «Το στήθος μου είναι διαπερασμένο από την εχθρική πιστόλα»
Την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 1825, ο Ιμπραήμ επιτέθηκε στον πύργο στις Καμάρες και την επομένη, 4 Σεπτεμβρίου, ο Ιμπραήμ διέταξε τη χρήση του πυροβολικού για την κατεδάφιση του πύργου.
Λίγο μετά τη μάχη, ο Άγγλος χειρουργός W. Blach, που είχε φθάσει στο Γύθειο με το αγγλικό πολεμικό Chasticher, επισκέφθηκε τον πύργο Καμάρες και περιέγραψε μια « πάρα πολύ απελπισμένη σύγκρουση», όπως συμπέραινε από τον αριθμό των νεκρών :
«…Αυτοί ανέρχονταν σε πενήντα, από τους οποίους δεκατρείς ήταν Έλληνες. Οι άλλοι άλλωστε είχαν το μουσουλμανικό τσουλούφι και κείτονταν όπως είχαν πέσει, κάτω από την αιχμή του γιαταγανιού και του σπαθιού. Μερικοί βρίσκονταν στην εξωτερική αυλή, μερικοί στη βάση των εξωτερικών σκαλιών και άλλοι σε διάφορα μέρη του εσωτερικού, όπου είχαν συναντήσει αντίσταση και είχαν πέσει. Από τα πρόσφατα σημάδια της φωτιάς και από την κατερείπωση του τόπου φαίνεται ότι οι Άραβες είχαν καταλάβει τη θέση, ενώ από τα πολλά σαν αποξηραμένο ρέμα αίματα και τους θρόμβους παντού, καθώς και από τον μεγάλο αριθμό των ξυρισμένων κρανίων, πρέπει να είχαν κερδίσει ακριβά τη θέση. Αλλά και οι λίγοι κλεισμένοι σε αυτήν τη θέση Έλληνες είχαν πουλήσει όχι λιγότερο ακριβά τις ζωές τους στους αντιπάλους τους…».
Η έκταση των απωλειών του Ιμπραήμ επιβεβαιώνεται και από τον Πετρομπέη Μαυρομιχάλη, ο οποίος στις 9 Σεπτεμβρίου 1825 πληροφορούσε τη Διοίκηση ότι ο εχθρός, « αφού με μεγάλην και σημαντικήν του φθοράν εκυρίευσε τα Τρίνησα », συνέχιζε να λεηλατεί την επαρχία της Μονεμβασιάς.
Η έκβαση της μάχης διαδόθηκε γρήγορα, αλλά οι πληροφορίες που έφθαναν ήταν συγκεχυμένες και αντικρουόμενες. Από τη Ζαραφόνα [Καλλιθέα], ο Κολοκοτρώνης έγραφε προς την Επιτροπή του Άστρους: «…δύο αιχμάλωτοι, διαφυγόντες από τον εχθρόν , μας είπον ότι εις τους Μολάους επιστρέφοντας αποκεφάλισε τους εις Τρίνησα παραδοθέντας καπετάν Κώστα με συντρόφους του…».
Ο Μιχάλης Οικονόμου, γραμματέας του Κολοκοτρώνη, καταγράφει στα ‘’Ιστορικά’’ ότι ο Ιμπραήμ «υποσχέθηκε να αφήσει ελεύθερο τον Σουλιώτη με τους άνδρες του, αλλά όταν οι Έλληνες βγήκαν από τον πύργο εκτελέσθηκαν και οι 70». Την ίδια εκδοχή αναφέρουν ο Νικόλαος Σπηλιάδης και ο Κανέλλος Δεληγιάννης .
Άλλες μαρτυρίες, όμως, δίνουν διαφορετική εικόνα. Ο Φωτάκος αναφέρει ότι ο Ιμπραήμ, εξοργισμένος από τις απώλειες, αποφάσισε να παλουκώσει τους αιχμαλώτους, ενώ οι Τούρκοι είχαν εξαγριωθεί επειδή είχαν «φονεύσει πολλούς συντρόφους των». Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, με παρέμβαση του Σουλεϊμάν μπέη ,όσοι ήταν πληγωμένοι « τους άφησε και χάθηκαν και τους γερούς όλους περί τους δέκα πέντε τους έθεσε εις φυλακήν ».
Στην εκδοχή αυτή συμφωνούν και ο Αμβρόσιος Φραντζής ,ο Σπυρίδων Τρικούπης, αλλά και ο Διονύσιος Πύρρος , ο οποίος προσθέτει ότι οι εχθροί περιέφεραν τον «καπετάν Κώστα δέσμιο και πληγωμένο».
Ανάλογη πληροφορία περιλαμβάνεται και σε επιστολή του Προέδρου του Εκτελεστικού Γεωργίου Κουντουριώτη προς τον αδελφό του Λάζαρο, στις 7 Σεπτεμβρίου 1825. Ο Κουντουριώτης αναφέρει ότι ο Κώστας Σουλιώτης «αντεστάθη γενναίως», αλλά, καθώς δεν έλαβε βοήθεια, «επαραδόθη με σαράντα στρατιώτας». Αναφέρει επίσης την προσπάθεια Άγγλου αξιωματικού να πείσει τον Ιμπραήμ να αποδεχθεί την ανταλλαγή αιχμαλώτων, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Στις αρχές Οκτωβρίου κάποιοι από τους στρατιώτες αιχμαλώτους « εύρόντες εύκαιρίαν » κατάφεραν να αποδράσουν και κατέφυγαν « πληγωμένοι και σχεδόν ολόγυμνοι» στην Κοτρώνα της Μάνης. Ανάμεσά τους υπήρχαν και τραυματίες. Σε αναφορά γίνεται λόγος αρχικά για «πέντε νοματέους , Γιώργηδες δύο , και Μανώλης, και ο Σπύρος όπου απέθανε τέσσαρες και ο Φίλιππος ».Στην συνέχεια ο αριθμός των τραυματισμένων αιχμαλώτων που διέφυγε αυξήθηκε σε οχτώ και κάτοικος της Κοτρώνας Μάνης ζητούσε από τη Διοίκηση να τους προσφέρει την αναγκαία περίθαλψη.
Στις 4 Οκτωβρίου 1825 διαφυγόντες στρατιώτες του Σουλιώτη ζήτησαν από το Υπουργείο Πολέμου βοήθεια « να θεραπεύσουν τις πληγές τους ». Την αίτηση υπέγραφαν επτά στρατιώτες, μεταξύ των οποίων οι Λυγουριάτες Αναστάσης Σανιάς και Κώστας Λιάπης. Την επομένη το Υπουργείο ενημέρωσε σχετικά το Εκτελεστικό Σώμα, χωρίς αποτέλεσμα και οι στρατιώτες απεύθυναν νέο αίτημα στην Διοίκηση .
Στις 15 Οκτωβρίου, το Υπουργείο Πολέμου επανήλθε, αναφέροντας ότι οι
διασωθέντες από «την μάχαιραν και την αιχμαλωσίαν» παρέμεναν στην Κοτρώνα «πεινασμένοι, γυμνοί, πληγωμένοι». Ζήτησε να τους σταλεί σιτάρι και 300 γρόσια στον καθένα. Έξι μήνες αργότερα, στις 14 Απριλίου 1826, νέα διαμαρτυρία αποκάλυπτε ότι τίποτε ουσιαστικό δεν είχε γίνει για τους δυστυχείς στρατιώτες. Ακόμη και στις 4 Νοεμβρίου 1826, ο πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής, Δ. Τσαμαδός, ζητούσε από το Εθνικό Ταμείο να καλυφθούν τα έξοδα και τα σιτηρέσιά τους.
Ανάλογη ήταν και η κατάσταση του ίδιου του καπετάνιου τους. Στις 8 Οκτωβρίου 1825, ο Νικηταράς και δώδεκα ακόμη οπλαρχηγοί ζήτησαν από το Βουλευτικό να ενδιαφερθεί για την απελευθέρωση του «ηρωικού Κώστα Θρασύτη Σουλιώτη». Η αναφορά τους ανεγνώσθη κατά την 254η συνεδρίαση του Βουλευτικού και, με το προβούλευμα υπ’ αρ. 969, διαβιβάστηκε στο Εκτελεστικό, προκειμένου να φροντίσει για την απελευθέρωσή του. Πρωτοβουλίες για την απελευθέρωσή του ανέλαβε και ο Γάλλος ναύαρχος de Rigny.
Ο Σουλιώτης απελευθερώθηκε τελικά και βρέθηκε πληγωμένος στη Μεθώνη, σε «δυστυχίαν μεγαλωτάτην και ανυπόφορον». Ο αδελφός του Γεώργιος ζήτησε από τη Διοίκηση να επιτρέψει το άνοιγμα ενός μπαούλου που είχε αφήσει ο Σουλιώτης στο καφενείο του στο Ναύπλίο, ώστε να πωληθούν αντικείμενά του και τα χρήματα να διατεθούν για τη διατροφή του.
Χρόνια αργότερα, ο Παύλος Τουφεξόπουλος, διασωθείς από τα γεγονότα της, σε αναφορά του προς τον Όθωνα στις 22 Ιανουαρίου 1843, έγραφε για τον Σουλιώτη:
« Οποίον το μνημείον της αθανασίας του αειμνήστου Κώστα Σουλιώτου ; ο οποίος απεβίωσεν από τας πληγάς του εν Νεοκάστρω».
Οι Λυγουριάτες Αναστάσης Σανιάς και Κώστας Λιάπης,«άοπλοι και τετραχηλιμένοι», επέστρεψαν τελικά στο Λυγουριό. Η μικρή κοινωνία του χωριού ταλανιζόταν από τη φτώχεια, το πένθος, την ανασφάλεια, τις αντιπαραθέσεις για τη διαχείριση της εθνικής περιουσίας. Ένταση είχε δημιουργηθεί και για τη διανομή των λαφύρων που είχαν δοθεί προς φύλαξη στον καπετάνιό τους. Ο Μήτρος Λιάπης και ο Γιάννης Καραδημήτρης, μαζί με άλλους συντρόφους τους, διεκδικούσαν το «δίκαιο της φτώχειας», δηλαδή το μερίδιό τους, και διαμαρτύρονταν έντονα στη Διοίκηση.
Την άνοιξη του 1828 η θανατηφόρα πανώλη έπληξε το Λυγουριό. Είκοσι τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, σε ένα χωριό που αριθμούσε μόλις 40 οικογένειες. Τον Ιούνιο του 1828 πέθανε από την πανώλη και ο Κώστας Λιάπης. Προηγουμένως είχε θάψει μόνος του, στην αυλή του σπιτιού τους, τη σύζυγό του Μαρίνα, που είχε προσβληθεί από την ίδια ασθένεια, «με τρεις άνθρακες».
Σαράντα πέντε χρόνια μετά τη μάχη στα Τρίνησα, στις 20 Ιουλίου 1870, ο πρόεδρος της Επιτροπής Απονομής Αριστείων Ρήγας Παλαμήδης ζήτησε από τον δήμαρχο Επιδαύρου τα σχετικά έγγραφα των Λυγουριατών αγωνιστών Αναστάση και Γιάννη Σανιά και Ιωάννη Καψάλη ή Μελά. Στις 29 Αυγούστου, ο δήμαρχος Λήσσης Αναστάσιος Γ. Λιατόπουλος απάντησε ότι ο μεν Γιάννης Σανιάς είχε πεθάνει, ενώ ο Αναστάσης είχε χάσει τα δικά του .
Τα έγγραφα αυτά ήταν πιστοποιητικά, υπογεγραμμένα από γνωστές προσωπικότητες
του Αγώνα, που βεβαίωναν τη συμμετοχή και τη συμπεριφορά κάθε αγωνιστή στις μάχες. Η ύπαρξή τους δείχνει και μια άλλη πλευρά της ζωής των αγωνιστών μετά την Απελευθέρωση: η προσφορά τους στον Αγώνα ήταν καταγεγραμμένη, όμως η επίσημη αναγνώρισή της δεν αρκούσε για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες και τις δοκιμασίες της καθημερινής ζωής.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Ευχαριστώ θερμά την κ. Ιωάννα Γιανναροπούλου, Γενική Γραμματέα της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, για την πολύτιμη βοήθειά της το 2017,στη μετάφραση δυσανάγνωστων χειρογράφων που χρησιμοποιήθηκαν στο παρόν κείμενο.
Ευχαριστώ θερμά τον κ.Ampntel Halim Zintan για την μετάφραση της επιστολής σε αρχαία αιγυπτιακή γραφή.
ΠΗΓΕΣ
Γενικά Αρχεία του Κράτους [ΓΑΚ] Αρχείο Εκτελεστικού [περιόδου Αγώνος [ 1822-1826], Φάκελοι 28, 57. 60,64. ΓΑΚ Αρχείο Αντικυβερνητικής Επιτροπής [περιόδου Αγώνος] 1825-1827 , Φάκελος 243 ΓΑΚ Αρχείο Εθνικού Ταμείου [περιόδου Αγώνος] 1822-1828, Φάκελος 28 ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος], 1821-1828 Φάκελοι 87 και 104 ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Πολέμου[ περιόδου Αγώνος] 1822-1827,Φάκελοι 36,141,142 ΓΑΚ Αρχείο Γενικής Γραμματείας [περιόδου Ι.Καποδίστρια], 1828-1833, Φάκελοι 95,189,209,230 ΓΑΚ Αρχείο έκτακτων Επιτρόπων και προσωρινών Διοικητών [περιόδου Ι.Καποδίστρια],1828-1833 Φάκελοι 25 και 63, ΓΑΚ Κατάλογος Α Συλλογής Γιάννη Βλαχογιάννη 1588-1902 ,Φάκελοι 9 ,15 ,16,,18,19, 31,32 και Φάκελος 252 Αρχείο Ρήγα Παλαμήδη, Επαναστατικά 1825. ΓΑΚ Ιστορικά Αρχεία Γιάννη Βλαχογιάννη Β Κατ. χειρογράφων [1670-1892] Φάκελος 51 ΓΑΚ Αριστεία 1834-1865,Φάκελος 267 ΓΑΚ Αρχείο Ανακτορικών περιόδου Όθωνος ,1833 -1862 Φάκελοι 45,φ68 Γενική εφημερίδα της Ελλάδος της 10 Οκτωβρίου 1825 Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας τ.7 σελ.349 Αρχείο Ιωάννη Θεοφανίδη 1770-1836 εκδ.1947 . τ.Α Αρχεία Λάζαρου και Γεωργίου Κουντουριώτη, δημοσιευμένα υπό Αντωνίου Λιγνού ,τ.Ε 1825 Ιούλιος Δεκεμβριος Απόστολου Βακαλόπουλου, Επίλεκτες Βασικές Ιστορικές πηγές της Ελληνικής Επανάστασης, Θεσσαλονίκη 1993 τ.Γ. Κανέλλου Δεληγιάννη Απομνημονεύματα . 1957 τ.Γ Κων.Κοτσώνη ,Πρώτη εισβολή του Ιμπραήμ εις Λακωνία .Λακωνικαί Σπουδαί σελ.111-184 και Μνημοσύνη τ.ς . 173-204 Μιχάλη Οικονόμου , Ιστορικά της Ελληνικής παλιγγενεσίας,1873 Νικόλαου Σπηλιάδη Απομνημονεύματα,1851-1857, τ.Β. Σπυρίδωνα Τρικούπη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως Λονδίνο αωξβ,τ.Γ ,Κεφ.ΝΔ. Αμβρόσιου Φραντζή Επιτομή της Ελληνικής Ιστορίας 1841 Φωτάκου [Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ] Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, 1957. W.Blach Narrative of Cruises in the Mediterraneam in I.M.S. ‘’Euryaha’’ and ‘’Charticleer ‘’During the Greek War of Independence 1822-1826 London 1900 σ.250-253 , Κυριάκου Σιμόπουλου ,Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα,τ.4 , 1824-1826
