Επίδαυρος το μονοπάτι του Ασκληπιείου και ένα ερώτημα που αφορά όλους μας.

arxaio monopati katharismos 1

Γράφει ο Ελευθέριος Μακριδόπουλος
Ερευνητής Βοτανολόγος

Υπάρχουν δρόμοι που δεν είναι απλώς δρόμοι.
Είναι μετάβαση.
Είναι προετοιμασία.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος πλησιάζει έναν τόπο και, χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, αρχίζει να μεταβάλλεται από αυτόν.

Το μονοπάτι που οδηγεί προς το Ασκληπιείο της Επιδαύρου είναι ένας τέτοιος δρόμος.

Δεν οδηγεί απλώς σε έναν αρχαιολογικό χώρο.

Οδηγεί σε έναν τόπο στον οποίο, επί αιώνες, άνθρωποι από διαφορετικές περιοχές του αρχαίου κόσμου έφταναν αναζητώντας ίαση, ανακούφιση, κάθαρση και μια νέα σχέση με το σώμα και την ψυχή τους.

Ο δρόμος προς το θεραπευτήριο αποτελούσε ήδη μέρος της προετοιμασίας.

Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα ερώτημα που αφορά όχι μόνο το παρελθόν, αλλά κυρίως εμάς:

Πώς πρέπει να βαδίζει σήμερα ο άνθρωπος προς έναν τέτοιο τόπο;

Σήμερα το πρωί περπάτησα αυτό το μονοπάτι μαζί με τη Σούζι, συνεργάτιδά μου από την Αμερική και μαθήτριά μου στον δρόμο της Ασκληπιακής παράδοσης.

Δεν πήγαμε εκεί μόνο για να περπατήσουμε.

Μείναμε επί ώρες και μαζεύαμε σκουπίδια.

Πλαστικά μπουκάλια.

Κουτιά.

Σακούλες.

Χαρτιά.

Απορρίμματα που είχαν εγκαταλειφθεί ανάμεσα στα φυτά, στις πέτρες και στο χώμα ενός δρόμου που οδηγεί σε έναν από τους σημαντικότερους θεραπευτικούς τόπους του αρχαίου κόσμου.

Και καθώς σκύβαμε ξανά και ξανά, για να μαζέψουμε όσα κάποιος άλλος είχε αφήσει πίσω του, επέστρεψε στον νου μου μια πρόσφατη εικόνα από το Αρχαίο Θέατρο.

Στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, που παρουσιάστηκε πριν από λίγες εβδομάδες στην Επίδαυρο, υπήρχαν πάνω στη σκηνή σακούλες σκουπιδιών και ένας κάδος.

Δεν θα ήθελα να κρίνω εγώ αυτή την παράσταση.

Ίσως, άλλωστε, να μη χρειάζεται.

Την έκρινε, με τον δικό του τρόπο, ο ίδιος ο Δίας: άνοιξε τους ουρανούς, διέκοψε τη σκηνική πράξη και, με την καταρρακτώδη βροχή, ξέπλυνε το θέατρο και το τοπίο.

Δεν το αναφέρω ως καταδίκη των ανθρώπων της τέχνης, αλλά ως έναν συμβολισμό που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητος.

Η τέχνη έχει το δικαίωμα να τοποθετεί ακόμη και τα σκουπίδια πάνω στη σκηνή, όταν θέλει να μιλήσει για τον πόλεμο, την εγκατάλειψη, την παρακμή ή τις πληγές μιας κοινωνίας.

Αλλά σήμερα, στο μονοπάτι του Ασκληπιείου, τα σκουπίδια δεν ήταν σκηνικό.

Δεν υπήρχαν προβολείς.

Δεν υπήρχαν ηθοποιοί.

Δεν υπήρχε σκηνοθέτης.

Και κανείς δεν θα ερχόταν, μετά το τέλος της παράστασης, για να τα απομακρύνει μαζί με τα σκηνικά.

Ήταν πραγματικά.

Και τότε γεννήθηκε μέσα μου ένα άλλο ερώτημα:

Πώς γίνεται να αναγνωρίζουμε τα σκουπίδια ως σύμβολο επάνω στη σκηνή, αλλά να τα ανεχόμαστε ως πραγματικότητα έξω από αυτήν;

Πώς μπορούμε να μιλάμε για κάθαρση μέσα στο Ασκληπιείο, όταν αδιαφορούμε για την καθαριότητα του δρόμου που οδηγεί σε αυτό;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ένα πεταμένο μπουκάλι.

Είναι η συνήθεια να περνάμε δίπλα του και να θεωρούμε ότι δεν μας αφορά.

Είναι η πεποίθηση ότι πάντοτε κάποιος άλλος πρέπει να σκύψει.

Ο Δήμος.

Ο υπάλληλος καθαριότητας.

Η Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Ο επόμενος περαστικός.

Κάποιος, πάντως, εκτός από εμάς.

Και εδώ δεν θέλω να κατηγορήσω ούτε τους κατοίκους του Λυγουριού ούτε τις υπηρεσίες του Δήμου.

Δεν γνωρίζουμε ποιος άφησε κάθε σκουπίδι. Μπορεί να ήταν κάτοικος, επισκέπτης, περαστικός ή κάποιος που δεν κατάλαβε ποτέ από πού περνούσε.

Η γενική κατηγορία είναι εύκολη.

Η προσωπική ευθύνη είναι δυσκολότερη.

Γιατί δεν υπάρχει ένας απρόσωπος «Νεοέλληνας» στον οποίο μπορούμε να φορτώσουμε όλα τα ελαττώματα της εποχής μας.

Υπάρχει ο καθένας από εμάς, τη στιγμή που βλέπει ένα σκουπίδι και αποφασίζει αν θα προσπεράσει ή αν θα σκύψει.

Ο πολιτισμός δεν φαίνεται μόνο στις παραστάσεις που επιλέγουμε.

Δεν φαίνεται μόνο στα βιβλία που διαβάζουμε, στα μνημεία που προβάλλουμε ή στα μεγάλα λόγια για την αρχαία μας κληρονομιά.

Φαίνεται περισσότερο στις στιγμές κατά τις οποίες δεν μας βλέπει κανείς.

Στον τρόπο με τον οποίο αφήνουμε πίσω μας έναν τόπο.

Στο αν σεβόμαστε κάτι που δεν μας ανήκει προσωπικά, αλλά έχει παραδοθεί προσωρινά στη φροντίδα μας.

Γιατί εμείς οι κάτοικοι αυτής της γης δεν είμαστε ιδιοκτήτες της Επιδαύρου.

Είμαστε οι προσωρινοί φύλακές της.

Και ίσως αυτό θα μπορούσε να σημαίνει σήμερα ο όρος «σύγχρονος Ασκληπιάδης».

Όχι ένας τίτλος.

Όχι μια επίκληση του αρχαίου παρελθόντος.

Αλλά μια στάση ευθύνης, φροντίδας, μέτρου και υπηρεσίας απέναντι στον άνθρωπο και στον τόπο.

Κάποιος θα μπορούσε να πει:

«Το Ασκληπιείο ανήκει σε μια διαφορετική θρησκευτική εποχή. Δεν αποτελεί εκκλησία της σημερινής μας πίστης».

Αλλά ο σεβασμός δεν απαιτεί να πιστεύεις όπως πίστευαν οι αρχαίοι.

Δεν χρειάζεται να προσεύχεσαι όπως εκείνοι, για να μην προσβάλλεις τον χώρο στον οποίο προσευχήθηκαν.

Όπως ένας Χριστιανός φροντίζει ένα ξωκλήσι και καθαρίζει το μονοπάτι που οδηγεί προς αυτό, έτσι μπορεί να φροντίσει και τον δρόμο που οδηγεί προς το Ιερό του Ασκληπιού.

Δεν μειώνεται η πίστη του.

Δεν αλλοιώνεται η ταυτότητά του.

Αντίθετα, τιμά τη γη του, την ιστορία του και τον ανθρώπινο πόνο που πέρασε από αυτόν τον τόπο αναζητώντας ελπίδα.

Το ίδιο μπορεί να πράξει κάθε άνθρωπος, όποια κι αν είναι η πίστη ή η καταγωγή του.

Γιατί η Επίδαυρος δεν αποτελεί μόνο θρησκευτική μνήμη μιας άλλης εποχής.

Αποτελεί παγκόσμια ανθρώπινη κληρονομιά.

Και εδώ θα ήθελα να καταθέσω μια απλή και πρακτική πρόταση.

Μία σταθερή ημέρα κάθε μήνα, κάτοικοι, επαγγελματίες, σύλλογοι, μαθητές, εκπαιδευτικοί, άνθρωποι που αγαπούν την πεζοπορία, επισκέπτες και φίλοι της Επιδαύρου θα μπορούσαμε να συναντιόμαστε για να φροντίζουμε το μονοπάτι.

Όχι για να υποκαταστήσουμε τις υπηρεσίες καθαριότητας.

Ούτε για να απαλλάξουμε οποιονδήποτε θεσμό από τις υποχρεώσεις του.

Αλλά για να καλλιεργήσουμε κάτι που καμία υπηρεσία δεν μπορεί να δημιουργήσει μόνη της:

τη συνείδηση του τόπου.

Η δράση αυτή δεν χρειάζεται να περιοριστεί στη συλλογή των σκουπιδιών.

Με τη συνεργασία του Δήμου, της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και των κατάλληλων επιστημόνων, το μονοπάτι θα μπορούσε σταδιακά να αναδειχθεί ως ένα ζωντανό μονοπάτι της Επιδαύριας γης.

Να φροντιστούν τα υπάρχοντα φυτά.

Να καταγραφούν τα γηγενή αρωματικά και φαρμακευτικά είδη.

Και, όπου αυτό επιτρέπεται και είναι οικολογικά και αρχαιολογικά ασφαλές, να προστεθούν φυτά και άνθη που ανήκουν πραγματικά στο τοπίο της περιοχής.

Μικρές διακριτικές πινακίδες θα μπορούσαν να αναφέρουν τα ονόματά τους, την ιστορία τους και τη σχέση τους με την τοπική βοτανική παράδοση.

Έτσι, το μονοπάτι δεν θα ήταν απλώς καθαρό.

Θα ήταν διδακτικό.

Ζωντανό.

Μυητικό με την αληθινή έννοια της λέξης: θα προετοίμαζε τον επισκέπτη για αυτό που πλησιάζει.

Και οι πινακίδες δεν θα έπρεπε να περιορίζονται σε μια ψυχρή απαγόρευση:

«Μην πετάτε σκουπίδια».

Θα μπορούσαν να εξηγούν:

«Βαδίζετε προς το Ιερό του Ασκληπιού. Ο δρόμος αυτός ανήκει στη μνήμη όλων. Ό,τι φέρνετε μαζί σας, πάρτε το ξανά μαζί σας. Ο σεβασμός προς το Ιερό αρχίζει πριν από την είσοδό του».

Γιατί ο άνθρωπος δεν αλλάζει πάντοτε με την απαγόρευση.

Πολλές φορές αλλάζει όταν κατανοήσει.

Όταν μάθει πού βρίσκεται.

Όταν αντιληφθεί ότι η πέτρα δίπλα στην οποία αφήνει ένα πλαστικό ποτήρι δεν είναι απλώς μια πέτρα στην άκρη ενός επαρχιακού δρόμου.

Είναι μέρος μιας διαδρομής προς έναν τόπο όπου γενιές ανθρώπων αναζήτησαν θεραπεία.

Συχνά αναρωτιόμαστε πώς θα προσελκύσουμε περισσότερους επισκέπτες.

Πώς θα γνωρίσουν οι ξένοι το Λυγουριό.

Πώς θα μείνουν περισσότερο στον τόπο μας και δεν θα περάσουν μόνο για μία παράσταση.

Αλλά για να καλέσουμε τον ξένο να πλησιάσει ουσιαστικά την Επίδαυρο, πρέπει πρώτα να την πλησιάσουμε εμείς.

Ο επισκέπτης δεν γνωρίζει έναν τόπο μόνο από τα μνημεία του.

Τον γνωρίζει από τον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοί του φροντίζουν αυτά τα μνημεία.

Από την καθαριότητα του δρόμου.

Από τη συμπεριφορά.

Από τη φιλοξενία.

Από το αν αισθάνεται ότι βρίσκεται σε έναν ζωντανό τόπο μνήμης ή σε έναν τόπο που θυμάται το παρελθόν του μόνο κατά τη διάρκεια της θεατρικής περιόδου.

Το γεγονός ότι μια γυναίκα που ήρθε από την Αμερική στάθηκε σήμερα επί ώρες και μάζευε σκουπίδια από το μονοπάτι του Ασκληπιείου δεν το αναφέρω για να κατηγορήσω κανέναν.

Το αναφέρω γιατί αποδεικνύει κάτι ελπιδοφόρο.

Ότι η ιερότητα ενός τόπου μπορεί να γίνει αντιληπτή ακόμη και από κάποιον που δεν γεννήθηκε δίπλα του.

Και ότι πολλές φορές ο ξένος μπορεί να μας βοηθήσει να ξαναδούμε αυτό που η καθημερινή συνήθεια έκανε αόρατο στα δικά μας μάτια.

Το Αρχαίο Θέατρο προσφέρει εργασία, κίνηση και οικονομική ζωή στην περιοχή. Αυτό είναι πραγματικό και σημαντικό.

Αλλά η σχέση μας με την Επίδαυρο δεν μπορεί να εξαντλείται στο εισιτήριο, στο κατάστημα, στην εργασία ή στη θερινή περίοδο.

Χρειάζεται να γίνει και λειτούργημα.

Λειτούργημα όχι με τη στενή θρησκευτική έννοια, αλλά με την αρχική έννοια της προσφοράς προς το κοινό.

Να υπηρετούμε τον τόπο που, με τη σειρά του, στηρίζει εμάς.

Στο προηγούμενο άρθρο μου είχα θέσει ένα ερώτημα:

Τι σημαίνει σήμερα να θυμάσαι ποιος είσαι;

Ίσως σήμερα η απάντηση να μπορεί να αρχίσει από κάτι πολύ απλό.

Να μη βλέπεις ένα σκουπίδι πάνω στο μονοπάτι του Ασκληπιείου και να λες:

«Δεν είναι δικό μου».

Ο πολιτισμός αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που αναγνωρίζεις ως δική σου ευθύνη κάτι που δεν πέταξες εσύ.

Το μονοπάτι προς το Ασκληπιείο δεν αρχίζει στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου.

Αρχίζει μέσα μας.

Από τη στιγμή που αποφασίζουμε αν θα προσπεράσουμε ή αν θα σκύψουμε.

Ας συναντιόμαστε, λοιπόν, μία φορά τον μήνα.

Ας φέρουμε γάντια, σακούλες, γνώση, παιδιά και διάθεση προσφοράς.

Ας καλέσουμε τους επισκέπτες να συμμετέχουν μαζί μας.

Ας μετατρέψουμε το μονοπάτι σε έναν καθαρό, ζωντανό και διδακτικό δρόμο προς το Ιερό.

Γιατί το Ασκληπιείο δεν είναι μόνο αυτό που έχτισαν οι προηγούμενοι.

Είναι και αυτό που εμείς επιλέγουμε σήμερα να προστατεύσουμε.

Και ίσως η πρώτη θεραπεία που οφείλουμε σε αυτόν τον τόπο να είναι η θεραπεία της δικής μας σχέσης μαζί του.