Ο Αγιογράφος Ιερεμίας από το Αδάμι του 18ου αιώνα.

agopgrafos ieremias

Γράφει ο Αντώνης Ξυπολιάς:

Ο ιερομόναχος Ιερεμίας από το Αδάμι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αγιογράφους της Αργολίδας τον 18ο αιώνα. Μεγαλωμένος στα χρόνια της Β΄ Ενετοκρατίας, έζησε σε μια εποχή όπου η εκκλησιαστική τέχνη είχε καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης και της τοπικής πολιτιστικής ταυτότητας.

Την περίοδο αυτή οικοδομήθηκαν σημαντικοί ναοί στην περιοχή, όπως η Κοίμηση της Θεοτόκου (1701) και η Αγία Μαρίνα (1713) στο Λυγουριό, η Κοίμηση της Θεοτόκου στο Κορώνι, καθώς και ο Άγιος Ιωάννης (1708) στο βυζαντινό κάστρο της Νέας Επιδαύρου. Στο Αδάμι, δίπλα στον ναό του Αγίου Νικολάου, που χρονολογείται από τον 16ο αιώνα, ξεκίνησε και η ανέγερση του ναού του Αγίου Δημητρίου.

Με την επιστροφή των Οθωμανών το 1715, τα κατάστιχα φορολογίας καταγράφουν τις δυσκολίες και τη φτώχεια του τοπικού πληθυσμού. Στους καταλόγους των υπόχρεων στο Αδάμι σε κεφαλικό φόρο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ο παπα-Νικόλαος, γιος του Παναγιώτη, το 1716, ενώ αργότερα μνημονεύεται και ο ιερέας και ζωγράφος Ιωάννης, ο οποίος το 1724 αγιογράφησε τον ναό του Αγίου Δημητρίου. Στην ευρύτερη περιοχή ακμή γνώριζαν οι μονές της Αγνούντος και των Ταξιαρχών Επιδαύρου, του Αγίου Δημητρίου Καρακαλά και του Αγίου Μερκουρίου, ενώ η μονή Καλαμίου είχε εγκαταλειφθεί, όπως δείχνουν επιγραφές των ετών 1727 και 1742.

Η εποχή αυτή χαρακτηριζόταν από έντονη φορολογική πίεση, οικονομική δυσπραγία και ανασφάλεια λόγω πειρατικών επιδρομών στον Σαρωνικό κόλπο, που ανάγκασαν ακόμη και τον δεσπότη Δαμαλών να μετακινηθεί στο Λυγουριό. Παράλληλα, ο Γάλλος αββάς Φουρμόντ αφαιρούσε πέτρινα δομικά στοιχεία με αρχαιοελληνικές επιγραφές από τους ναούς της περιοχής, όπως ο ίδιος αναφέρει σε επιστολή της 17ης Φεβρουαρίου 1730. Μέσα σε αυτό το δύσκολο ιστορικό πλαίσιο, οι κάτοικοι της Αργολίδας παρέμειναν προσηλωμένοι στην ορθόδοξη παράδοση. Σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκε ο νεαρός Ιερεμίας, ο οποίος ακολούθησε με συνέπεια τη βυζαντινή καλλιτεχνική παράδοση και αναδείχθηκε σε σημαντική μορφή της μεταβυζαντινής αγιογραφίας.

Κατά την περίοδο 1719–1744 ταξίδεψε και εργάστηκε σε ναούς και μονές της Αρκαδίας, της Λακωνίας, της Κορινθίας και φυσικά της Αργολίδας, αφήνοντας έντονο αποτύπωμα. Από τα σημαντικότερα έργα του ξεχωρίζουν οι τοιχογραφίες της Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Καστρί Κυνουρίας (1719), το ξυλόγλυπτο τέμπλο του καθεδρικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Γεράκι (1735), οι τοιχογραφίες του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας στο Κατσίγκρι (1743) και το καθολικό της μονής Αγίας Άννας στον Κόρφο (1744).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εικονογραφικές του επιλογές. Στη σπηλαιώδη Μονή του Τιμίου Προδρόμου Κυνουρίας, ένα ασκητικό μνημείο με ιστορία που ανάγεται στον 10ο αιώνα, αγιογράφησε το καθολικό της. Σώζονται μόνο δύο παραστάσεις: η μία δείχνει τη Θεοτόκο με τον Χριστό και δύο πιθανόν αρχιερείς που κρατούν ειλητάρια, ενώ η δεύτερη απεικονίζει την κεφαλή κλίνουσα του Χριστού, με έκφραση βαθιάς θλίψης και ταπείνωσης, στοιχεία που παραπέμπουν στον τύπο του Πάσχοντος Χριστού ή του Νυμφίου. Όλο το υπόλοιπο εσωτερικό του ναού έχει επιχρισθεί .

Στο Γεράκι της Λακωνίας διακόσμησε το ξυλόγλυπτο τέμπλο της μονόκλιτης βασιλικής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου[καθεδρικού ναού]. Σύμφωνα με τον ιστορικό Τάσο Γριτσόπουλο, σχετική επιγραφή ανέφερε ότι «εχρυσώθη το τέμπλον δια χειρός του ταπεινού Ιερεμίου ιερομονάχου εξ Αδαμίου».

Στο μικρό εξωκλήσι των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στον Άγιο Αδριανό Ναυπλίου ο αγιογράφος αποτυπώνει δίπλα στην Αγία Πρόθεση τον «Παλαιό των Ημερών», θέμα με ιδιαίτερη θεολογική και αγιογραφική σημασία. Η μορφή, εμπνευσμένη από το όραμα του προφήτη Δανιήλ[7,9], αποδίδεται με μακριά λευκά μαλλιά και γενειάδα, ήρεμη έκφραση και αίσθηση πνευματικής γαλήνης.

Στον νότιο τοίχο, ο Ιερεμίας έχει γράψει το χρονικό της δημιουργίας του ναού ,που είχε γίνει παλαιότερα, όπως αναφέρει και σχετικό έγγραφο του παπα Αντριανού στις ενετικές αρχές [1696 ].

Εξίσου σημαντική είναι η παράσταση του Ζωδιακού Κύκλου στο δυτικό τμήμα του ναού, όχι με αστρολογικό χαρακτήρα, αλλά ως συμβολική αναφορά στην αρμονία της δημιουργίας υπό θεία καθοδήγηση, σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Παρόμοια παράσταση υπάρχει και στο καθολικό της Μονής Αγίου Μερκουρίου στο Λυγουριό, στοιχείο που ενδέχεται να επηρέασε τον Ιερεμία.

Στη θολοσκέπαστη μικρή βασιλική της Αγίας Άννας στον Κόρφο, το εικονογραφικό πρόγραμμα διακρίνεται για την εσωτερικότητα και την πνευματική γαλήνη που αποπνέει, με ιδιαίτερη έμφαση στον βίο της Παναγίας και των γονέων της. Πρόκειται για θεματική ενότητα που έχει τις ρίζες της στο Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου (2ος αι.), κείμενο που ήδη από τους μέσους βυζαντινούς χρόνους ενσωματώνεται στις λειτουργικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις.Ο Ιερεμίας αποδίδει με λιτότητα και ταπεινότητα την Αποστροφή των Δώρων και την Προσευχή της Αγίας Άννας ενισχύοντας τον κατανυκτικό χαρακτήρα του ναού.

Στη νότια πλευρά δεσπόζουν οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος που κρατούν ομοίωμα της Εκκλησίας, ενώ στη δυτική πλευρά διατηρείται η κτιτορική επιγραφή του Ιερεμία με αναφορά στο χρονικό ανέγερσης του ναού τον Ιούλιο του 1744 και τον ιερέα Νικόλαο Μαργέλη. Στην Προσκομιδή συναντάται και η προσωπική του μνεία: «Μνήσθητι, Κύριε, Ιερεμίω ιερομονάχου».

Παράλληλα, η παρουσία ιαματικών και θαυματουργών αγίων -Άγιοι Κύρος και Ιωάννης, οι Άγιοι Ανάργυροι, ο Άγιος Ερμάλιος και ο Άγιος Σαμψών-, αντανακλά τις κοινωνικές ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων, οι οποίες βίωναν ασθένειες, ανασφάλεια και αδυναμία αντιμετώπισης τους. Έτσι, η αγιογραφία του Ιερεμία δεν λειτουργεί μόνο ως αισθητικό ή λειτουργικό μέσο, αλλά και ως φορέας κοινωνικής συνοχής και πνευματικής παρηγοριάς.

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής εκείνης υπήρξε η καθολική επικράτηση των χριστιανικών βαπτιστικών ονομάτων. Ονόματα που καταγράφονται στην απογραφή του 1716 στο Αδάμι , όπως Ντέντες, Μπίρος, Δρίτσας, Γκίκας, Κόλας, Γέρας και Λέκας, παύουν πλέον να χρησιμοποιούνται . Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το όνομα Σταμάτης, το οποίο δινόταν ως ευχή να «σταματήσει» η θνησιμότητα των βρεφών.

Η σημασία του έργου του Ιερεμία έχει επισημανθεί από σημαντικούς ερευνητές της

βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης. Ο Ανδρέας Ξυγγόπουλος χαρακτηρίζει τον Ιερεμία ως «ζωγράφο άξιο προσοχής, με βαθύ διακοσμητικό αίσθημα και προσήλωση στα παλαιά κρητικά πρότυπα», υπογραμμίζοντας τη στενή σχέση της τεχνοτροπίας του με τη μετακρητική παράδοση. Ανάλογες εκτιμήσεις διατύπωσαν και οι Κωνσταντίνος Ζήσιος, Δημήτριος Σισιλιάνος, Φοίβος Πομπιήνος και Τάσος Γριτσόπουλος, οι οποίοι τον κατατάσσουν ανάμεσα στους σημαντικότερους αγιογράφους της μεταβυζαντινής περιόδου μετά το 1453.

Με το έργο του, ο ιερομόναχος Ιερεμίας από το Αδάμι αναδεικνύεται σε ξεχωριστό εκπρόσωπο της μεταβυζαντινής τέχνης. Η ζωγραφική του συνδυάζει την πιστότητα στα κρητικά αγιογραφικά πρότυπα με έναν προσωπικό και βιωματικό τρόπο έκφρασης, δημιουργώντας έργα λαϊκά, αλλά ταυτόχρονα βαθιά καλλιεργημένα και έμπειρα. Οι μορφές του διακρίνονται για την απλότητα, την πνευματικότητα και την εσωτερική τους δύναμη. Παρότι το όνομά του δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στο ευρύ κοινό, ο Ιερεμίας αποτελεί μια αξιόλογη μορφή της μεταβυζαντινής αγιογραφίας, με σημαντική συμβολή τόσο στην τέχνη όσο και στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης.

Σημειώσεις

* Επιγραφή κάτω από το δωδεκάορτο της δισυπόστατης εκκλησίας στο Αδάμι ,που έχει γραφεί την 1η Μαρτίου 1724 καταλήγει :΄΄Η παρούσα ηστορία γέγονεν επι της πατριαρχίας του παναγιωτάτου και οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμία αρχιερατεύοντος του πανιερωτάτου αρχιεπισκόπου των Δαμαλών και Πεδιάδος Σωφρονίου .Δια κόπου τε και εξόδου του ελαχίστου Ιωάννου ιερέως τουπίκλην τάχα και ζωγράφου εκ της παρούσης κώμης’’ . *Σε έγγραφο του 1583 το μοναστήρι του Αγίου Μερκουρίου Λυγουριού , γράφεται ‘’Παναγίας Αγίου Μερκουρίου’’, αναδεικνύοντας και την διαδρομή του στον χρόνο .

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ *Ελένη Γιαννακοπούλου Ο Αββάς Michel Fourmont στην Πελοπόννησο (1729-1730) : περιήγηση, αρπαγή και φθορά αρχαιοτήτων . *Τ.Α.Γριτσόπουλου Ιστορία του Γερακίου Αθήναι 1982,σελ.304 *Τασος Γριτσόπουλος [Παρουσία ζωγράφων ν εξ Αργολίδος σελ.284,Πρακτικα διεθνούς.2000 ] *Τ.Α.Γριτσόπουλος Χριστιανικά μνημεία της περιοχής Σοφικού ,Πρακτικά Α Τοπικού Συνεδρίου Κορινθιακών Ερευνών ,εν Αθήναις 1975,σς.167-168. * *Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, (κεφ. 21] ) Απόδοση εις την νέα ελληνική: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης *Κ.Γ.Ζησίου ,Σύμμεικτα ,Αθήνησι 1892 * Φώτης Κόντογλου Έκφρασις της Ορθοδόξου εικονογραφίας : Α’: Τεχνολογικόν και εικονογραφικόν,Αθήναι 1960 *Γιάννη Λακούτση Έλληνες Αγιογράφοι και θρησκευτικά Μνημεία πριν από το 1821 . *Δέσποινα Μιχαλαγλα ,Μοναστήρια του Territorio di Corintho σελ 308. *Γεώργιος Νικολάου Πληροφορίες για τα μοναστήρια της Μητροπόλεως Κορίνθου από ανέκδοτη καταγραφή του 1699/1700-Στην μνημη Τ.Γριτσόπουλου *Ανδρέας .Ξυγγόπουλος Σχεδίασμα ιστορίας της θρησκευτικής ζωγραφικής μετά την Άλωσιν Αθήναι 1957 σ.290 *Κωνσταντίνος Ντόκος. Η εν Πελοποννήσω εκκλησιαστική περιουσία κατά την περίοδο της β Ενετοκρατίας ,Byzantinische Neugeichichen 21 [1971-1976 sel.116-119 *Κωνσταντίνος Πανιτσας, Πληροφορίας από τα βενετικά αρχεία για τα μοναστήρια της Κορινθίας κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας 1687-1715 * Φοίβος Πιομπήνος. Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821 *Ξανθή Προεστάκη Το καθολικό της Μονής της Θεοτόκου και ο ζωγράφος Θεόδουλος Κακαβάς *Πέτρος Σαραντάκης Αργολίδα ,οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια *Κωνσταντίνος . Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 1700-1800, τ. Β, σ. 135 *Δημητριος Σισισλιάνος Έλληνες αγιογράφοι μετα την Άλωση Αθήνα 1938 *Henri Omont, Missions archeologiques franfaises en Orient aux xviie et xviiP siecles, Paris, 1902, I, *A.S.V.Archivio Privato Famiglia Grimani dai Servi ,b.53/156